10 Ιουλίου 2026

mpaladoros.com

Αθλητικά και Κοινωνικοπολιτικά Νέα

Των Αγίων Μανουήλ, Σαβέλ, Ισμαήλ, Ισαύρου και των συν αυτώ, Υπατίου του εν Ρουφινιαναίς 

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ισαύρου και των συν αυτώ, Βασιλείου, Ιννοκεντίου, Φίληκος, Ερμείου, και Περεγρίνου.

Τμηθείς Ίσαυρος συν συνάθλων πεντάδι,
Σαύρας νοητής καρδίαν τέμνει μέσον.

Ο Άγιος ούτος Ίσαυρος ο των μυστηρίων Διάκονος και οι συν αυτώ, Βασίλειος και Ιννοκέντιος, εκατάγοντο από τας Αθήνας κατά τους χρόνους του βασιλέως Νουμεριανού, εν έτει σπδ’ [284]. Αναχωρήσαντες δε από την πατρίδα των, επήγαν εις την Απολλωνίαν, (ίσως την εν τη Αλβανία περιεχομένην, ήτις κοινώς Πόλλινα ονομάζεται) και εκεί δι’ αποκαλύψεως θείου Αγγέλου, εμβαίνοντες μέσα εις ένα σπήλαιον, ευρήκαν τον Φίληκα και Περεγρίνον και Ερμείαν, τους όντας Χριστιανούς. Τούτους δε εδίδαξεν ο Άγιος Ίσαυρος, να μη αγαπούν τα παρόντα πρόσκαιρα πράγματα. Όθεν τρεφόμενοι παρά του Αγίου πνευματικώς, έτρεφον και αυτοί τούτον σωματικώς, φέροντες αυτώ τα προς ζωάρκειαν· δια τούτο εβεβαίωσαν με το έργον τους λόγους του. Επειδή γαρ αυτοί απεστράφησαν την συνομιλίαν και συναναστροφήν των συγγενών τους, διατί ήτον Έλληνες, τούτου χάριν εδιαβάλθησαν παρ’ εκείνων εις τον έπαρχον της Απολλωνίας, Τριπόντιον ονόματι. Όθεν πιάσας αυτούς ο έπαρχος, και μη δυνηθείς να χωρίση αυτούς από την πίστιν του Χριστού, επρόσταξε και τους απεκεφάλισαν, και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους της αθλήσεως. Ο δε Άγιος Ίσαυρος ομού με τον Ιννοκέντιον, παρεδόθησαν εις τας χείρας του υιού του επάρχου, ονόματι Απολλωνίου, από τον οποίον ετιμωρήθησαν με φωτίαν και νερόν, και επειδή παραδόξως δεν εβλάβησαν από αυτά, δια τούτο ετράβιξαν πολλούς Έλληνας εις την πίστιν του Χριστού. Από τους οποίους πρώτοι ήσαν ο Ρούφος και ο Ρουφινιανός οι αυτάδελφοι, οίτινες ήτον και Συγκλητικοί της πόλεως Απολλωνίας. Τελευταίον δε απεκεφαλίσθησαν, και απήλθον νικηφόροι εις τα Ουράνια (2).

(2) Περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις, το Συναξάριον του Οσίου Βησσαρίωνος. Τούτο γαρ προεγράφη κατά την εικοστήν του Φευρουαρίου.

*

Μνήμη του Οσίου πατρός ημών Υπατίου του εν Ρουφινιαναίς, ή Ρουφιαναίς.

Κείται θαλάσσης Υπάτιος πλησίον,
Ος υπακούει συν Θεού φίλοις άνω.

Ούτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους Ονωρίου και Αρκαδίου, εν έτει τϞε’ [395], εγεννήθη δε εις την Φρυγίαν, και παιδευόμενος από τον πατέρα του, εδάρθη από αυτόν. Όταν δε έγινε δεκαοκτώ χρόνων, έφυγεν από τους γονείς του και επέρασεν εις την Θράκην. Εκεί δε πηγαίνωντας εις ένα Κοινόβιον, έγινε Μοναχός, και από τας αρετάς του κατεστάθη εις όλους αιδέσιμος και σεβάσμιος, διότι κρασί ποτέ δεν έπιε. Και εις ένα καιρόν οπού επολεμήθη από τον δαίμονα της πορνείας, επέρασεν ολοκλήρους οκτώ ημέρας χωρίς να φάγη, ή να πίη ολότελα. Τούτο δε μαθών ο προεστώς του Μοναστηρίου, έδωκεν εις αυτόν ιδιοχείρως ένα ποτήριον κρασί και ένα ψωμί, δια να φάγη και να πίη ύστερα από το απόδειπνον, έμπροσθεν εις όλους τους αδελφούς. Ταύτα δε φαγών και πιών, ευθύς ελευθερώθη από τον πόλεμον, όθεν ευχαρίστησε τον Θεόν, και τον διδάσκαλον και ηγούμενόν του. Αφ’ ου δε επέρασαν αρκετοί χρόνοι, επήγεν εις μίαν πόλιν με την άδειαν και βουλήν του ηγουμένου, δια να βοηθήση εις ένα αδελφόν, όστις έπεσεν εις πειρασμόν. Εκεί λοιπόν ευρισκόμενος, εβοήθησε και τον σαρκικόν του πατέρα, και τον απέστειλεν εις τον οίκον του. Αυτός δε ενωθείς με δύω αδελφούς, και περάσας εις την Χαλκηδόνα, επήγεν εις το του Ρουφίνου Μοναστήριον, το οποίον τότε ήτον ακατοίκητον και ακαλλώπιστον, ή μάλλον ειπείν, ήτον άγριον και φοβερόν. Ούτος γαρ ο Ρουφίνος ελθών από την Ρώμην εις Χαλκηδόνα, έκτισε Μοναστήριον ένδοξον, και συναθροίσας εις αυτό Μοναχούς Αιγυπτίους, εδούλευε τον Θεόν. Αφ’ ου δε ο Ρουφίνος ετελεύτησε και ενταφιάσθη εις το αυτό Μοναστήριον, τότε οι Μοναχοί αναχώρησαν, και επήγεν ο καθ’ ένας εις την πατρίδα του. Όθεν έμεινε το Μοναστήριον τόσον έρημον, ώστε οπού εφύτρωσαν μέσα ακάνθια και τριβόλια, τα οποία έκαμαν το Μοναστήριον ακαλλές και άγριον. Αλλά και πονηρά δαιμόνια εμβήκαν εκεί μέσα και εκατοίκησαν, δια τούτο και έκαμαν αυτό εις όλους φοβερόν και άβατον.

Τούτο λοιπόν το Μοναστήριον έρημον ευρών ο Άγιος Υπάτιος, τα μεν δαιμόνια, οπού εκατοίκουν εις αυτό, απεδίωξε με την προσευχήν του, την δε αμορφίαν και ερημίαν του Μοναστηρίου, καθαρίσας μαζί με τους συν αυτώ αδελφούς, έφερεν αυτό εις το αρχαίον κάλλος και ωραιότητα. Όθεν εκάθησε μέσα εις αυτό μαζί με την συνοδίαν του. Και άλλος μεν από αυτους, εδούλευε πανία από γηδίσσας τρίχας, άλλος δε, έπλεκε σπυρίδας, ήτοι ζιμπύλια, και άλλος ειργάζετο τον κήπον. Ύστερον δε από μερικόν καιρόν, επέρασεν ο Άγιος εις την Θράκην, και επήγεν εις το παλαιόν Μοναστήρι του. Πηγαίνοντες δε εκεί οι Μοναχοί του εν Ρουφινιαναίς Μοναστηρίου, εζήτησαν ηγούμενόν τους τον Υπάτιον, και έτζι επήραν αυτόν. Από τότε λοιπόν και ύστερον, επειδή εμεταχειρίσθη ο Άγιος πολλούς αγώνας και άσκησιν, τούτου χάριν πολλοί μιμηθέντες αυτόν, επήγαν εκεί και έγιναν Μοναχοί. Όθεν εις ολίγον καιρόν έγιναν τριάντα Μοναχοί εις τον αριθμόν, και επρόκοπτον εις την αρετήν. Ο δε θείος Υπάτιος έλαβεν εκ Θεού το χάρισμα των ιαμάτων. Δια τούτο εθεράπευε τυφλούς, χωλούς, ξηρούς, υδρωπικούς, αλλά και γυναίκας πολλάς αιμορροούσας ιάτρευσε, και τας ατέκνους και στείρας, τεκνογόνους εποίησε, και τας μη εχούσας γάλα, γαλακτοτρόφους απέδειξε, και πολλούς δαιμονισμένους, των δαιμονίων ηλευθέρωσε. Πολλαίς φοραίς δε, και νερόν, και σιτάρι, και άλλα όσπρια, εν καιρώ χρείας και ανάγκης, δια προσευχής του ο Άγιος επλήθυνε, και κάθε άλλην ασθένειαν εδίωξε, τόσον από ανθρώπους, όσον και από ζώα άλογα. Η τροφή δε του Αγίου τούτου ήτον όσπρια και λάχανα και ολίγον ψωμί, τα οποία έτρωγε κατά την ενάτην ώραν. Εις καιρόν δε του γηρατείου του, έπινε και ολίγον κρασί. Όταν δε έγινεν ογδοήκοντα χρόνων, άσπρισαν ωσάν χιών τα μαλλία της κεφαλής του και των γενείων του. Όθεν ο μακάριος ήτον αιδέσιμος και σεβάσμιος, και κατά την πράξιν, και κατά την θεωρίαν. Ποιμάνας λοιπόν τεσσαράκοντα χρόνους το του Χριστού ποίμνιον, και την ιερωσύνην τιμήσας, και ογδοήκοντα μαθητάς αποθανόντας, αποστείλας πρότερον εις τον Κύριον, ύστερον και αυτός απήλθε προς αυτόν, ίνα λάβη τας αντιμισθίας των πόνων του.

About Author

Μοιραστείτε το: