31 Ιουλίου 2026

mpaladoros.com

Αθλητικά και Κοινωνικοπολιτικά Νέα

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – ΑΓΙΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΙΘΙΟΠΟΣ 28 Αυγ. 2022

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΩΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΙΘΙΟΠΟΣ

Ὁ μακάριος Μωυσῆς ἦταν Αἰθίοπας καὶ ἡ ψυχὴ του ἦταν τὸ ἴδιο σκοτεινὴ ὅπως τὸ μελαμψό δέρμα του. Ἦταν σκλάβος ἑνὸς ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος τὸν ἔδιωξε γιὰ τὶς κλοπὲς του καὶ τὶς ἄνομες πράξεις του. Ἔγινε τότε ἀρχηγὸς μιᾶς ληστοσυμμορίας, ποὺ δὲν δίσταζε νὰ χρησιμοποιήσει ὁποιοδήποτε μέσο -ἀκόμη καὶ τὸ φόνο- προκειμένου νὰ ληστεύει. Κάποτε ὅμως τοῦ συνέβη κάποιο ἀτύχημα καὶ ἡ συνείδηση τοῦ Μωυσῆ ἀφυπνίστηκε. Ἀγγιγμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μίσησε τὴν ἁμαρτία ὅπως καὶ τὸν προηγούμενο βίο του καὶ ἀποφάσισε νὰ ἐπιδείξει διάπυρη μετάνοια. Ἀφοῦ βαπτίστηκε, ἀποσύρθηκε ἀμέσως στὴν ἔρημο τῆς Σκήτης σὲ τόπο ἀπομονωμένο καὶ στερημένο ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη παραμυθία, σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ δὲν εἶχε οὔτε κὰν λίγο νερὸ γιὰ νὰ ἀναπαύσει τὸ κατάξερο ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τοὺς ἀσκητικοὺς μόχθους σῶμα του.
Μία ἡμέρα, τέσσερις ληστὲς ἔπεσαν πάνω του καθὼς καθόταν στὸ κελλὶ του. Ὁ Μωυσῆς, ποὺ ἦταν προικισμένος μὲ μεγάλη σωματικὴ δύναμη, τοὺς ἔδεσε, τοὺς φορτώθηκε στὴν πλάτη σὰν ἕνα σάκκο ἄχυρα καὶ τοὺς πῆγε στὸ Κυριάκο τῆς Σκήτης λέγοντας: «Δὲν μοῦ εἶναι συγχωρημένο νὰ ἀδικήσω κανένα, τί προστάζετε νὰ τοὺς κάνουμε;» Μαθαίνοντας ὅτι ἦταν ὁ Μωυσῆς, ὁ περιβόητος ἀρχιληστής, οἱ τέσσερις ἄνδρες σκέφτηκαν πὼς ἂν ἕνας τέτοιος κακοῦργος εἶχε ἔλθει νὰ ὑπηρετήσει τὸ Θεό, ἡ σωτηρία δὲν ἦταν μακριὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους καὶ ἔγιναν μοναχοί.
Παρὰ τὴν μετάνοια καὶ τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες του, ὁ Μωυσῆς συνέχισε ὡστόσο νὰ πολεμᾶται ἀπὸ τὴ συνήθεια τῶν παθῶν, αὐτὴν τὴν δεύτερη φύση, ποὺ ἦταν τόσο βαθιὰ ριζωμένη μέσα του ὥστε νὰ χρειαστεῖ νὰ ἀγωνίζεται λυσσαλέα δέκα χρόνια κατὰ τοῦ δαίμονα τῆς πορνείας. Μία ἡμέρα, ἐνῶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ἐνδώσει στὴν ἀπόγνωση καὶ νὰ ἐγκαταλείψει τὸν ἀγώνα, ἐπισκέφτηκε τὸν μέγα ἀββὰ Ἰσίδωρο, τὸν ἱερέα τῆς Σκήτης. Τοῦ διηγήθηκε τὶς δοκιμασίες του καὶ ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκπλήσσεται ποὺ ἔπρεπε νὰ δίνει τόσο σκληροὺς ἀγῶνες, διότι ὁ πωρωμένος ἁμαρτωλὸς μοιάζει μὲ τὸ σκύλο τοῦ χασάπη ποὺ συνηθίζει νὰ τραγανίζει τὰ κόκκαλα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν συνήθεια αὐτὴ παρὰ μόνο ὅταν πάψουν νὰ τοῦ δίνουν νὰ φάει καὶ τὸ χασάπικο νὰ κλείσει. Ἔτσι καὶ ὁ ἁμαρτωλός, δὲν φθάνει νὰ πάψει νὰ ἁμαρτάνει, πρέπει ἐπίσης νὰ διώξει καὶ τὴν κακὴ συνήθεια μὲ τὴν καλὴ τῆς ἀρετῆς, ταπεινώνοντας τὴν σάρκα του γιὰ πολλὰ χρόνια. Ὁ δαίμονας, ἀπελπισμένος ποὺ βλέπει νὰ τοῦ λείπει ἡ ὕλη γιὰ νὰ ἀνέβει τὶς ἀκάθαρτες ἐπιθυμίες τῆς καρδιᾶς, θὰ ἐγκαταλείψει τὸν πόλεμο. Ἐπιστρέφοντας στὸ κελλὶ του, ὁ Μωυσῆς ἐπιδόθηκε σὲ μεγάλες σκληραγωγίες: δὲν ἔτρωγε παρὰ δώδεκα οὐγγιὲς ξερὸ ψωμί, ἐξαντλοῦσε τὸ σῶμα του μὲ τὴν ἐργασία καὶ ἔκανε πενήντα σειρὲς προσευχὲς τὴν ἡμέρα. Ὅσο ὅμως κι ἂν δουλαγωγοῦσε τὸ σῶμα, παρέμενε πυρωμένος, ἰδιαίτερα στὰ ὄνειρα. Πῆγε λοιπὸν ξανὰ νὰ συμβουλευθεῖ ἕναν ἄλλο μεγάλο Γέροντα, ὁ ὁποῖος τοῦ συνέστησε νὰ προσθέσει στὴν σωματικὴ ἐγκράτεια τὴν νήψη τοῦ νοῦ, καθαρίζοντάς τὸν μὲ τὶς ἀγρυπνίες. Ὁ Μωυσῆς τότε συμπλήρωσε τὶς νηστεῖες του μὲ καθημερινὲς ὁλονύχτιες ἀγρυπνίες: γιὰ ἕξι χρόνια ἔστεκε τὶς νύχτες ὄρθιος στὴ μέση τοῦ κελλιοῦ του προσευχόμενος δίχως νὰ κλείσει μάτι. Καθὼς συνέχιζε νὰ δέχεται τὴν ἐπίθεση τῶν λογισμῶν, ὁλοκλήρωσε ἐντὸς του τὴν οἰκοδομὴ τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν διάπυρη ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς του. Τὴν νύχτα πήγαινε στὰ κελλιὰ τῶν γηραιῶν ἀναχωρητῶν, ποὺ δὲν εἶχαν πια δυνάμεις νὰ πᾶνε νὰ πάρουν νερό, καὶ γέμιζε τὰ ἀγγεῖα τους ἀπὸ τὰ πηγάδια ποὺ βρίσκονταν μίλια μακριά.
Ὁ δαίμονας ἐξοργισμένος ποὺ ἔβλεπε τὸν ἑαυτὸ του νικημένο ἀπὸ κάθε πλευρὰ ἀπὸ τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἐπιτέθηκε μία νύχτα καθὼς ἐκεῖνος ἦταν σκυμμένος πάνω ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα σφοδρὸ κτύπημα στὰ νεφρά. Τὴν ἐπαύριο, ἕνας ἀδελφὸς ποὺ ἦλθε νὰ βγάλει νερὸ τὸν βρῆκε νὰ κείτεται μισοπεθαμένος καὶ εἰδοποίησε τὸν ἀββὰ Ἰσίδωρο. Ὁ Μωυσῆς μεταφέρθηκε στὸ Κυριακό καὶ μόνο μετὰ ἀπὸ ἕναν χρόνο μπόρεσε νὰ ἀνακτήσει τὶς δυνάμεις του. Ὁ Ἰσίδωρος τὸν προέτρεψε νὰ πάψει νὰ προκαλεῖ τοὺς δαίμονες σὲ μάχη, διότι ὑπάρχει μέτρο σὲ ὅλα τὰ πράγματα, ἀλλὰ ὁ γενναῖος στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ ἀπάντησε: «Μοῦ εἶναι ἀδύνατο νὰ πάψω, ὅσο θὰ μὲ ταράζουν οἱ φαντασίες ποὺ μοῦ ὑποβάλλουν οἱ δαίμονες». Ὁ Γέροντας τοῦ ἀνήγγειλε ὅτι θὰ ἐλευθερωνόταν στὸ ἑξῆς ἀπὸ τὰ ὄνειρα καὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἶχε συγχωρέσει τὶς δοκιμασίες αὐτὲς γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύεται ὅτι εἶχε ὑπερνικήσει τὸ πάθος μὲ τὶς δικὲς του δυνάμεις. Ὁ Μωυσῆς ἐπέστρεψε τότε στὸ κελλὶ του καὶ μετὰ ἀπὸ δύο μῆνες ἦλθε νὰ δεῖ πάλι τὸν Ἰσίδωρο στὸν ὁποῖο εἶπε ὅτι δὲν δοκίμαζε πια καμμία ταραχή. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν χάρη τῆς ἀπάθειας, ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε καὶ τὴν ἐξουσία κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ μεταμόρφωσε τὸν βίαιο χαρακτήρα του σὲ ἀπαράμιλλη ἀγάπη καὶ πραότητα.
Μία ἡμέρα συγκεντρώθηκαν οἱ Πατέρες γιὰ νὰ κρίνουν ἕναν ἀδελφὸ ποὺ εἶχε πέσει σὲ σφάλμα στὴν Σκήτη καὶ κάλεσαν τὸν ἀββὰ Μωυσῆ, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρνήθηκε νὰ πάει. Καθὼς τὸν περίμεναν ὅλοι, ἀφοῦ τὸ ἔθος ἦταν νὰ μὴν ἀρχίζει ἡ σύναξη πρὶν μαζευτοῦν ὅλοι οἱ ἀσκητές, ὁ ἱερέας ἔστειλε νὰ τὸν ἀναζητήσουν. Ὁ Μωυσῆς σηκώθηκε, πῆρε ἕνα τρυπημένο καλάθι τὸ γέμισε ἄμμο καὶ πῆγε στὴ σύναξη. Οἱ μοναχοὶ ποὺ βγῆκαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν τὸν ρώτησαν: «Τί εἶναι αὐτό, Πάτερ;» Ὁ Γέροντας ἀποκρίθηκε: «Οἱ ἁμαρτίες μου χύνονται πίσω μου κι ἐγὼ ἔρχομαι σήμερα νὰ κρίνω ξένα ἁμαρτήματα;» Ἀκούγοντας αὐτὸ οἱ Πατέρες μετανόησαν, δὲν εἶπαν τίποτε στὸν ἀδελφὸ ποὺ εἶχε σφάλει καὶ τὸν συγχώρεσαν.
Ἕνας ἀδελφὸς πῆγε στὴν Σκήτη γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τοὺς Γέροντες καὶ θέλησε πρῶτα νὰ δεῖ τὸν περίφημο ἀββὰ Ἀρσένιο, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχτεῖ. Πῆγε κατόπιν στὸν ἀββὰ Μωυσῆ, ποὺ τὸν δέχτηκε μὲ χαρὰ καὶ περιποίηση. Ὁ ἀδελφὸς ταράχθηκε ἀπὸ τὴ διαφορὰ συμπεριφορὰς καὶ προσευχόμενος στὸν Θεὸ ζήτησε νὰ μάθει πὼς γινόταν ὁ ἕνας Γέροντας νὰ ἀποφεύγει τοὺς ἀνθρώπους στὸ Ὄνομά Του καὶ ὁ ἄλλος νὰ τοὺς δέχεται μὲ ἀνοιχτὲς ἀγκάλες γιὰ τὸν ἴδιο λόγο. Ἀμέσως τοῦ ἐδείχθησαν δύο μεγάλα πλοῖα στὸν ποταμὸ καὶ εἶδε τὸν ἀββὰ Ἀρσένιο καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ πλέουν ἥσυχα, ἐνῶ στὸ ἄλλο ἔπλεαν ὁ ἀββὰς Μωυσῆς καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν ἔτρεφαν μὲ κηρῆθρες.
Ὁ ἀββὰς Μωυσῆς ἀπέκτησε μεγάλη παρρησία πρὸς τὸν Θεό, ἔγινε πρεσβύτερος καὶ μετέστρεψε μὲ τὸ παράδειγμα τῶν ἀρετῶν του ἑβδομήντα ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς συντρόφους του ληστές, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν μαθητὲς του. Τοὺς δίδασκε νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ πάθη τοὺς μὲ τοὺς ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως καὶ νὰ μένουν στὸ κελλὶ τοὺς σὰν νὰ βρίσκονταν στὸν τάφο, νεκροὶ ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο. Ἔλεγε: «Πήγαινε, κάθησε στὸ κελλὶ σου καὶ τὸ κελλὶ σου θὰ σοῦ διδάξει τὰ πάντα (βλ. Ἰω. 14,26)». Ὅταν τὸν ρώτησαν τί σημαίνει νὰ πεθαίνεις ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, ἀπάντησε: «Τὸ νὰ πεθάνεις ἀπὸ τὸν πλησίον σου σημαίνει νὰ φέρεις τὰ σφάλματα σου καὶ μὴν ἐνδιαφέρεσαι νὰ μάθεις γιὰ κανέναν ἂν εἶναι καλὸς ἢ κακός. Ἂν προσέχουμε νὰ δοῦμε τὶς ἁμαρτίες μας, δὲν θὰ δοῦμε ἐκεῖνες τοῦ πλησίον. Γιατὶ εἶναι μωρία γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐνῶ ἔχει δικὸ του νεκρό, νὰ τὸν ἀφήνει καὶ νὰ πηγαίνει νὰ κλάψει τὸν νεκρὸ τοῦ πλησίον». Ὅταν τὸν ρώτησαν σὲ τί χρησιμεύουν ὅλες αὐτὲς οἱ σκληραγωγίες στὶς ὁποῖες ὑποβάλλονται οἱ μοναχοί, οἱ νηστεῖες καὶ οἱ ἀγρυπνίες καθ’ ὅλο τὸν βίο, ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Αὐτὲς κάνουν τὴν ψυχὴ νὰ ταπεινωθεῖ. Διότι ἂν ἡ ψυχὴ ὑποβάλλεται σὲ τούτους τοὺς κόπους, ὁ Θεὸς θὰ τὴν σπλαγχνιστεῖ».
Ὁ ἀββὰς Μωυσῆς ἦταν ἑβδομήντα πέντε ἐτῶν ὅταν ἀνήγγειλε ὅτι οἱ βάρβαροι Μάζικες θὰ εἰσέβαλλαν στὴν Σκήτη (407). Ὅλοι οἱ μοναχοὶ ἑτοιμάζονταν νὰ φύγουν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀββὰ Μωυσῆ. Ὅταν οἱ ἀδελφοὶ τὸν ρώτησαν γιὰ νὰ μάθουν τὸν λόγο ποὺ παρέμενε τόσο ἥσυχος, τοὺς ἀπάντησε: «Ἐγὼ περιμένω τόσα χρόνια αὐτὴ τὴν ἡμέρα γιὰ νὰ πληρωθεῖ ὁ λόγος τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ ποὺ λέγει: Πάντες οἱ λαμβάνοντες μάχαιρα ἐν μαχαίρη ἀπολοῦνται (Ματθ. 26,52)» Οἰκοδομημένοι ἀπὸ τὴν ἀπάντηση αὐτὴ οἱ ἀδελφοὶ δήλωσαν: «Οὔτε ἐμεῖς φεύγουμε, ἀλλὰ θὰ πεθάνουμε μαζὶ σου». Ὁ Γέροντας τοὺς εἶπε: «Ἐγὼ δὲν ἔχω εὐθύνη∙ ὁ καθένας ἂς κρίνει τὶς πράξεις του, κι ἂς κάνει ὅπως τὸν φωτίσει ὁ Θεός». Οἱ βάρβαροι ρήμαξαν τὸ περίφημο μοναστικὸ κέντρο τῆς Σκήτης, θανατώνοντας ἀνελέητα ὅσους βρῆκαν ἐκεῖ. Ὅταν ἔφθασαν στὸ κελλὶ τοῦ ἀββὰ Μωυσῆ καὶ τῶν ἑπτὰ ἀδελφῶν του, ἕνας ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς κρύφτηκε πίσω ἀπὸ ἕνα σωρὸ ἀπὸ σχοινιὰ καὶ ὅταν σφαγιάζονταν οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶδε ἑπτὰ στεφάνους ποὺ κατέβηκαν ἐξ’ οὐρανοῦ καὶ τοὺς στεφάνωσαν.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 12ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.

About Author

Μοιραστείτε το: