30 Ιουλίου 2026

mpaladoros.com

Αθλητικά και Κοινωνικοπολιτικά Νέα

01 Οκτωβρίου, μνήμη των Αγίων: Ρωμανού του μελωδού, Ανανίου του Αποστόλου, Ιωάννου του Κουκουζέλους. Συναξάριον

Μήν Οκτώβριος, έχων ημέρας λα΄. Η ημέρα έχει ώρας ια΄ και η νυξ ώρας ιγ΄.
Ιστέομ ότι το όνομα Οκτώβριος, δεν είναι ελληνικόν, αλλά λατινικόν ή ιταλικόν. Kαι θέλει να ειπή όγδοος. Ετυμολογούμενον από του όττο, ό δηλοί ιταλικώς οκτώ. Ο μην γαρ ούτος είναι όγδοος, αριθμούμενος από τον Μάρτιον μήνα, όστις είναι αρχή και πρώτος των μηνών, κατά την κοσμογένεσιν, ως είπομεν, τόσον εις την αρχήν του Μαρτίου, όσον και εις την αρχήν του Σεπτεμβρίου.

Εις την Α΄, μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ανανίου.

Λίθοις νέμειν θέλοντα μηδαμώς σέβας,
Ανανίαν βάλλουσι δυσσεβείς λίθοις.
Λεύσθη Ανανίας Οκτωβρίου ήματι πρώτω.

Ούτος ο Απόστολος Ανανίας, ήτον από την πόλιν Δαμασκόν, το νυν λεγόμενον τουρκιστί Σάμ, της οποίας και Επίσκοπος εχρημάτισε. Πρός τούτον επέμφθη υπό Κυρίου ο μέγας Απόστολος Παύλος δι’ αποκαλύψεως, και από αυτόν εβαπτίσθη εν έτει γ΄ [3] μετά την Ανάληψιν του Κυρίου, κατά τους ακριβεστέρους χρονολόγους. Ούτος λοιπόν, επειδή και έκαμνε πολλάς ιατρείας, τόσον εις την Δαμασκόν, όσον και εις την Ελευθερούπολιν, και διά μέσου αυτών επίστρεφε πολλούς απίστους εις την του Χριστού πίστιν, διά τούτο επιάσθη από τον ηγεμόνα Λουκιανόν, και εδάρθη με νεύρα βοών. Είτα εξεσχίσθη εις τας πλευράς, και εκάη με τας λαμπάδας. Και τελευταίον εκβληθείς έξω της πόλεως, ελιθοβολήθη. Και ούτω τελειώσας το μαρτύριον, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις τον Νέον Παράδεισον.)

Σημείωσαι, ότι η εμή ελαχιστότης συνέθεσεν εις τον Απόστολον τούτον τροπάριά τινά, όσα ελλείπουσιν εις την εορτήν του, και ο βουλόμενος εορτάζειν αυτόν, ζητησάτω ταύτα. Το Μαρτύριον τούτου συνέγραψεν ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Λουκιανού του δυσσεβούς». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις.)

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ρωμανού, του ποιητού των Κοντακίων.

Και πρίν μεν ύμνει Ρωμανός Θεόν Λόγον,
Υμνεί δε και νυν, αλλά συν τοις Αγγέλοις.

Ούτος ο εν Αγίοις Πατήρ Ρωμανός, εκατάγετο από την Συρίαν, πατρίδα έχων την πόλιν Έμεσαν, η οποία τώρα λέγεται τουρκιστί Έμς. Εχρημάτισε δε και Διάκονος της Εκκλησίας της Βηρυτού, ήτοι του νυν καλουμένου Βερουτίου. Εκείθεν δε ανέβη εις Κωνσταντινούπολιν κατά τους χρόνους Αναστασίου του βασιλέως, εν έτει υ²ς΄ [496]. Και διέτριβεν εις τον Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, της επιλεγομένης Κύρου, με κάθε ευλάβειαν και σεμνότητα.

Ειδήσεως άξιον είναι εις τους φιλομαθείς το διήγημα, οπού αναφέρει ο σοφός Nικηφόρος ο Ξανθόπουλος περί του Nαού τούτου της Θεοτόκου, γράφων προς τον ερωτήσαντα περί του Κοντακίου και περί του ποιητού των Kοντακίων. Λέγει ουν ούτος εκεί, ότι ο Άγιος Ρωμανός, πρώτον μεν, ήτον άμουσος παντελώς και αηδής κατά την φωνήν και τα άσματα. Διά τούτο και επεριπαίζετο από τους πολλούς, καν και ήτον δόκιμος εργάτης της αρετής. Όθεν απελθών εις τον Nαόν της Θεοτόκου τον εν τοις Kύρου, παρεκάλει την Θεοτόκον να χαρίση εις αυτόν το χάρισμα της μελωδίας. Ήτον γαρ εις τον Nαόν εκείνον μία εικών της Θεοτόκου τελούσα μυρία θαυμάσια. Ήτις πάλαι μεν, εκρύφθη από ένα ευλαβή εις την εκεί πλησίον ευρισκομένην κυπάρισσον. Ύστερον δε εφανερώθη, λαμπάδος εν τη κυπαρίσσω φαινομένης. Ταύτης λοιπόν φανερωθείσης, οικοδομείται εκεί Nαός της Θεοτόκου, παρά τινος ανδρός Kύρου ονομαζομένου. Αφ’ ου και έλαβε την επωνυμίαν, το να λέγεται Nαός της Θεοτόκου εν τοις Kύρου. Εκεί λοιπόν ο θείος Ρωμανός σχολάζων, έτυχε, κατά την νύκτα της των Χριστού Γεννών εορτής, να υπνώση εν τη έκτη ωδή κοντά εις τον άμβωνα. Kαι βλέπει την Θεοτόκον βαστάζουσαν ένα τειλιγμένον χαρτίον (το οποίον και κόντος ή κοντός και κοντάκιον ονομάζεται) και δίδουσαν τούτο εις αυτόν διά να το φάγη. Όθεν τούτο εκείνος φαγών, του ποθουμένου ηξιώθη χαρίσματος. Kαι τα άλλα γέγονεν όσα γράφεται εν τω παρόντι Συναξαρίω. Kοντάκιον μεν ουν ωνόμασεν ο θείος Ρωμανός το πρώτον, διά το τείλιγμα του χάρτου, όπερ η Θεοτόκος δέδωκεν αυτώ. Εν τη έκτη δε ωδή λέγεται, διατί κατ’ αυτήν ο Άγιος το χάρισμα εδέξατο. Εποίησε δε Kοντάκια υπέρ τα χίλια. Εις κάθε δε Άγιον και κάθε εορτήν, είχε Kοντάκια πολλά με ακροστιχίδα, λέγουσαν ταύτα: «Ρωμανός ελεεινός»· ή «Του ταπεινού Ρωμανού». Τινά δε ήτον και κατά αλφάβητον. Πλην η Εκκλησία τα πολλά παραιτησαμένη, ένα και μόνον παρέλαβεν εν εκάστη εορτή εις μνήμην του θαύματος.

Ούτος λοιπόν κάμνωντας πολλαίς φοραίς αγρυπνίαν εις τον Ναόν της Θεοτόκου της επιλεγομένης των Βλαχερνών, πάλιν εγύριζεν εις τον Ναόν της αυτής Θεοτόκου τον εν τοις Κύρου. Όθεν και εκεί, εις τον εν τοις Κύρου δηλαδή Ναόν, διατρίβων ο Όσιος, έλαβε το χάρισμα, του να συντάξη και να μελουργήση τα του χρόνου όλου Κοντάκια. Εφάνη γαρ εις αυτόν κατ’ όναρ η κυρία Θεοτόκος, και δούσα εις αυτόν ένα τόμον χάρτου, τον επρόσταξε να φάγη εκείνον. Ανοίξας δε το στόμα του ο Όσιος, εφάνη ότι τον κατέπιε. Και λοιπόν έξυπνος γενόμενος, ανέβη επάνω εις τον άμβωνα, και άρχισε να ψάλλη το «Η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει». Έτυχε γαρ τότε να ήναι η εορτή των Χριστού Γεννών.

(http://www.orp.gr)

About Author

Μοιραστείτε το: