30 Ιουλίου 2026

mpaladoros.com

Αθλητικά και Κοινωνικοπολιτικά Νέα

Των Αγίων Γουρία, Σαμωνά και Αβίβου των Μαρτύρων και Ομολογητών, Κυντιώνος επισκόπου Σελευκείας κ.α.

Τω αυτώ μηνί ΙΕ’, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων και Ομολογητών Γουρία, Σαμωνά, και Αβίβου.

Ξίφος τελεοί Σαμωνάν και Γουρίαν,
Και φλοξ Άβιβον, οις χαρά φλοξ και ξίφος.

Πυρ πέμπτη δεκάτη Άβιβον πέφνε χαλκός εταίρους.

Από τους Αγίους Μάρτυρας τούτους, ο μεν Σαμωνάς και Γουρίας, εμαρτύρησαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και του δουκός Αντωνίνου, εν έτει σπη’ [288]. Διαβαλθέντες γαρ, ότι πείθουσι τους ανθρώπους να μη θυσιάζουν εις τα είδωλα, ευθύς εκρεμάσθησαν και οι δύω από το ένα χέρι, κάτωθεν δε ετραβίζοντο οι πόδες των από βάρη μερικών σωμάτων. Και έτζι έμειναν κρεμασμένοι από την τρίτην ώραν έως την έκτην. Έπειτα κατεβασθέντες, ερρίφθησαν δεδεμένοι εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν, και οι πόδες αυτών εσφίγχθησαν εις το τιμωρητικόν ξύλον. Εκεί δε διεπέρασαν στενοχωρούμενοι και κακοπαθούντες από την πείναν, τέσσαρας ολοκλήρους μήνας.

Μετά ταύτα, ο μεν Άγιος Σαμωνάς, εκρεμάσθη κατακέφαλα από το ένα ποδάρι, από την δευτέραν ώραν έως την πέμπτην. Όθεν ευγήκε το γόνατόν του από τον τόπον του. Ο δε Άγιος Γουρίας έμεινεν εις την φυλακήν ωσάν μισαποθαμένος. Την δε ερχομένην ημέραν απεκεφαλίσθησαν και οι δύω. Άβιβος δε ο Διάκονος διαβαλθείς κατά τους χρόνους Λικινίου του τυράννου εν έτει τις’ [316], εδίδασκε τους Έλληνας την εις Χριστόν πίστιν. Όθεν πρώτον μεν εκρεμάσθη, έπειτα δε εδάρθη. Απολυθείς δε ύστερον, ερωτάται, εάν αρνήται τον Χριστόν. Και μη πεισθείς εις την προσταγήν του τυράννου, παρεδόθη εις το πυρ έχων εις το στόμα του ένα λουρί ωσάν χαλινάρι. Και έτζι ετελείωσε το μαρτύριόν του. Όθεν έλαβον και οι τρεις παρά Κυρίου τους στεφάνους της νίκης. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτών όρα εις τον Νέον Παράδεισον. Τον ελληνικόν δε τούτων Βίον συνέγραψεν ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Έτος μεν από της Αλεξάνδρου». Σώζεται εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις, και προ τούτων εν τη Λαύρα.)

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Κυντιώνος (1), Επισκόπου Σελευκείας.

Την δωρεάν ηύξησε Κυντιών θύτης,
Ευ δούλε γουν ήκουσε. Τι τούτου πλέον;

(1) Εν δε τω τετυπωμένω Συναξαριστή γράφεται, Κυντιριανού. Αξιοπιστότερον δε το του χειρογράφου ως εν τοις στίχοις δηλούμενον.

*

Μνήμη των ευσεβών βασιλέων Ιουστίνου και Θεοδώρας.

Ιουστίνον άνακτα συν Θεοδώρα,
Προς ουρανούς κέκληκε πάντων Δεσπότης (2).

(2) Ούτος ο βασιλεύς Ιουστίνος ήτον κατά το γένος Θραξ. Και από εκεί οπού ήτον πρώτον ποιμήν προβάτων και χοίρων, ύστερον έγινε στρατιώτης, είτα κόμης και τελευταίον έγινε βασιλεύς εν έτει 518. Ήτον δε εις τα θεία Ορθόδοξος και ευσεβέστατος, και κατά πάντα άριστος. Έχων δε γυναίκα Λουπικίαν καλουμένην, ανηγόρευσεν αυτήν Αυγούσταν, και μετωνόμασεν αυτήν Ευφημίαν. Ταύτης δε αποθανούσης, επήρεν άλλην γυναίκα, Θεοδώραν καλουμένην, ήτις δηλαδή αναφέρεται εδώ. Ταύτην δε ανηγόρευσε και Αυγούσταν. Όρα τον Μελέτιον, τόμω β’, σελ. 64. Γράφει δε και ο Δοσίθεος, σελ. 429 της Δωδεκαβίβλου, περί τούτου του Ιουστίνου ταύτα. «Μετά την λύσσαν του τριπλόκου όφεως Βασιλίσκου, Ζήνωνος και Αναστασίου, έφθασεν η ευδαιμονία του Ιουστίνου. Υφ’ ου εβεβαιούντο αι τέσσαρες Οικουμενικαί Σύνοδοι, ως τα τέσσαρα Ευαγγέλια τιμώμεναι, επειδή ήσαν καρποί των Ευαγγελίων σωτηριωδέστατοι. Ηλευθερούντο οι εξωρισμένοι Επίσκοποι. Εφυγαδεύοντο οι αιρετικοί. Ηνούτο η Εκκλησία Ανατολής και Δύσεως. Ώστε περί εκείνου του καιρού είπεν ο θείος Δαβίδ· “Μη επιλήσεται ο Θεός του οικτειρήσαι, αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου”». Ο δε Μελέτιος (σελ. 116 του β’ τόμου) γράφει ότι επί του Ιουστίνου τούτου ετυπώθη να ψάλλεται, εν μεν τη Μεγάλη Πέμπτη το «του Δείπνου σου του μυστικού», εν δε ταις άλλαις ημέραις, το «Οι τα χερουβίμ μυστικώς εικονίζοντες», καθώς ιστορεί ο Κεδρηνός. Εβασίλευσε δε ούτος χρόνους εννέα, και ημέρας τριαντατρείς (σελ. 64 του β’ τομ. του Μελετίου).

*

Οι Άγιοι Μάρτυρες Ελπίδιος, Μάρκελλος και Ευστόχιος, πυρί τελειούνται.

Πυρ Ελπίδιε συν δυσί στέγειν φίλοις,
Η των επάθλων ελπίς ηρέθιζέ σε.

Ο μακάριος ούτος Ελπίδιος ήτον ένας της Συγκλήτου βουλής, εμπιστευμένος τα μυστικά πράγματα του αποστάτου βασιλέως Ιουλιανού, εν έτει τξα’ [361]. Νόμους δε γράφων, εγνωρίσθη ότι είναι Χριστιανός. Παρασταθείς λοιπόν εις τον αποστάτην, και μη πεισθείς να αρνηθή τον Χριστόν, ενεδύθη ένα φόρεμα τραχύ υφασμένον από γηδίσσας τρίχας. Το οποίον, είχε μεν καρφωμένα τριβόλια σιδηρά, άνωθεν δε αλείφετο με πίσσαν βραστήν και με αυτήν εστερεόνοντο τα τριβόλια. Έπειτα κτυπούμενον επάνωθεν το φόρεμα εκείνο, κατετρύπα τας υποκάτω σάρκας του Αγίου με τας αγκίδας των τριβολίων. Μετά ταύτα εβάλθη ο Άγιος μέσα εις λάκκον και κατεκάη εις τας σάρκας με βραστόν νερόν, το οποίον εχύνετο εις όλον το σώμα του. Είτα βάνεται επάνω εις τας καταξηρανθείσας σάρκας του ένα έμπλαστρον, κατασκευασμένον μεν από πίσσαν και οξύγγι, και από άλλα κολλητικά και καυστικά είδη, καϊμένον δε ον εις την φωτίαν με υπερβολήν. Ακολούθως δε ποτίζεται κάποια δριμύτατα ποτά, μεμιγμένα όντα με τεάφι και άσφαλτον: ήτοι νεύτι ή πίσσαν. Μετά ταύτα εδέθη εις άγρια άλογα και ταύρους, ομού με τον Ευστόχιον και Μάρκελλον. Με σκοπόν, ίνα διασπαραχθούν από αυτά. Αλλ’ όμως τα ζώα έμειναν ακίνητα υπό θείας δυνάμεως. Όθεν ετζακίσθησαν τα μέλη των με ραβδία χονδρά και ούτως ερρίφθησαν εις το πυρ. Εις το οποίον ευρισκόμενοι, παρέδωκαν οι αοίδιμοι τας ψυχάς των εις χείρας Θεού.

Λέγουσι δε ότι μετά ταύτα, ενταφιάσθησαν μεν αυτών τα τίμια σώματα εις το όρος το Καρμήλιον. Ευθύς δε, γενομένων αστραπών και βροντών, παρεγένετο εκεί ο Δεσπότης Χριστός μετά αγγελικών δυνάμεων, και ησπάσατο τους Μάρτυρας. Και τον μεν Ευστόχιον και Μάρκελλον, μετέθηκεν εις ένα τόπον, όπου αυτός ηθέλησε, τον δε θαυμαστόν Ελπίδιον, ανέστησε, και δυναμώσας αυτόν, απέστειλε δια να αγωνισθή εις το μαρτύριον δεύτερον. Τον οποίον βλέπωντας ο Ιουλιανός, επρόσταξε να απλωθή από τέσσαρα μέρη, και να δέρνεται αδιακόπως. Έπειτα να χύνεται ξύδι και άλας επάνω εις τας πληγάς του. Αι δε πληγαί του να τρίβωνται με πανία τρίχινα: ήτοι υφασμένα από τρίχας γηδίσσας. Μετά ταύτα απλώθη ο του Χριστού Μάρτυς επάνω εις αναμμένα κάρβουνα, αλλά και επάνω εις την κεφαλήν του εβάλθησαν κάρβουνα. Είτα κρεμάται επάνω εις το βασανιστήριον ξύλον και βάλλεται επάνω εις τους ώμους του ένα σκουτάρι σιδηρένιον, το οποίον είχε τρύπαν εις την μέσην. Επάνω δε εις το σκουτάρι εβάλθη ένας σωρός από κάρβουνα αναμμένα, με σκοπόν δια να κατακαύση τα αισθητήριά του. Ακολούθως δε από αυτά, εκτυπήθη εις την κεφαλήν με ένα κοράκι σιδηρένιον. Επειδή δε εφυλάχθη ο Άγιος αβλαβής από όλα, δια τούτο πολλούς απίστους επίστρεψεν εις την πίστιν του Χριστού, και εκατάπεισε τούτους να τζακίσουν τα είδωλα. Τελευταίον δε, βαλθείς ο Μάρτυς εις ένα καμίνι αναμμένον, παρέδωκε το πνεύμα του εις χείρας Θεού, και ούτως έλαβε παρ’ αυτού της νίκης τον στέφανον (3).

(3) Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις και τω τετυπωμένω Συναξαριστή η μνήμη και το Συναξάριον του Αγίου Ιερομάρτυρος Υπατίου Επισκόπου Γαγγρών. Ταύτα γαρ γράφονται κατά την τριακοστήν πρώτην του Μαρτίου.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Δημήτριος ξίφει τελειούται (4).

Ο Δημήτριος χειρί τμηθείς δημίου,
Δήμοις αθλητών συγχορεύει Κυρίου.

Ούτος ο Άγιος πιασθείς κατά τους χρόνους Μαξιμιανού του βασιλέως και Πουπλίου άρχοντος, εν έτει σϞη’ [298], πολλά υπέμεινε βάσανα δια την του Χριστού πίστιν, τελευταίον δε απεκεφαλίσθη δια του ξίφους, και ούτως έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον.

(4) Εν δε τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται, ότι ο Δημήτριος ούτος ήτον από χώρας Δαβούδου.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

(www.koinoniaorthodoxias.org)

About Author

Μοιραστείτε το: