Των Αγίων Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, Λαζάρου του Ζωγράφου, Ζαχαρίου και Ιωάννου κ.α.

Ο Γρηγόριος θαυματουργών και πάλαι,
Θεώ παραστάς θαυματουργεί τι πλέον.
Εβδομάτη δεκάτη τε μέγας θάνε θαυματοεργός.
Ούτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Αυρηλιανού, υιός γονέων Ελλήνων, εν έτει σοε’ [275]. Ευθύς δε εκ νεαράς ηλικίας ηγάπησεν ο αοίδιμος την μερίδα των καλών και ωφελίμων πραγμάτων. Όθεν εγνώρισε και την εις Χριστόν πίστιν. Και όσον η ηλικία ηύξανε, τόσον συνηύξανε με αυτόν και η ευσέβεια. Θαυματουργός δε επωνομάσθη, δια τα πολλά και μεγάλα θαύματα οπού ενήργησεν. Εις καιρόν γαρ οπού ακόμη ευρίσκετο εις το σχολείον της Αλεξανδρείας και εσπούδαζε τα μαθήματα της φιλοσοφίας, επήγεν εις αυτόν μία πόρνη, την οποίαν παρεκίνησαν οι συμμαθηταί του να συκοφαντήση τον Άγιον. Όθεν η αθλία ενεργηθείσα από δαιμόνιον δια την κατά του Αγίου συκοφαντίαν, εσπαράττετο εις την γην. Ταύτην δε ο Άγιος ελεήσας, ιάτρευσεν. Ούτος μίαν φοράν είδεν έξυπνος την υπεραγίαν Θεοτόκον ομού με τον θεολόγον Ιωάννην, οίτινες εδίδαξαν αυτόν το της Αγίας Τριάδος μυστήριον (1). Αφ’ ου δε ο Άγιος έγινεν Επίσκοπος Νεοκαισαρείας, από τον Φαίδιμον τον Αμασείας πρόεδρον: ήτοι Επίσκοπον, τότε και όταν επήγαινεν εις την επαρχίαν του, και αφ’ ου επήγε, λέγεται, ότι εποίησε θαύματα μεγάλα και ακοής ανώτερα. Πέτραν γαρ μεγάλην παρομοίαν με βουνόν, δια προσευχής του εκίνησε, και εις άλλον τόπον μετέφερε. Εμβαίνωντας δε κατά την οδόν μέσα εις ένα ναόν των ειδώλων, εδίωξεν από εκεί τα δαιμόνια. Τα οποία εζήτησαν να έμβουν πάλιν εις τον ναόν, αλλά δεν εδυνήθησαν. Τούτο δε μαθών ο προσμονάριος του ναού εκείνου, εθυμώθη εναντίον του Αγίου. Ο δε Άγιος έγραψεν εις χαρτίον. Εγώ ο Γρηγόριος λέγω εις εσένα τον Σατανάν, έμβα πάλιν εις τον ναόν. Το χαρτίον δε τούτο ευθύς οπού έβαλεν ο νεωκόρος εις τον ναόν, εμβήκαν πάλιν οι δαίμονες εις αυτόν. Όθεν εκείνος καταπλαγείς εις το τοιούτον θαύμα, αντί να ήναι λατρευτής των δαιμόνων, έγινε μαθητής του Χριστού, και επρόστρεξεν εις τον θείον Γρηγόριον.
Ούτος ο Άγιος σταθείς μίαν νύκτα εις προσευχήν, εξήρανε μίαν λίμνην μεγάλην, ήτις έκαμνε κύματα παρόμοια με την θάλασσαν. Και μαζί με την λίμνην, εξήρανε και τον θυμόν και την μνησικακίαν των δύω αδελφών, οίτινες πολεμούντες, ποίος από τους δύω να πάρη την λίμνην εκείνην, είχον αναμεταξύ των αφιλίωτον μίσος. Ούτος εκράτησε και τον ποταμόν να μη τρέχη εις τα έμπροσθεν, με το να παρεκάλεσαν αυτόν οι πλησίον του ποταμού κατοικούντες Χριστιανοί. Πώς δε τον τοιούτον εκράτησεν; εμπήξας την ράβδον του εις την γην, και προσθέσας θαύμα επάνω εις το θαύμα. Διότι και το ρείθρον του ποταμού φαίνεται ότι εμποδίζεται, και τρόπον τινά φοβείται να πλησιάση εις την ράβδον του Αγίου. Και αύτη δε η ράβδος, και μόλον οπού ήτον ξηρά και άμοιρος από κάθε φυσικήν υγρότητα, εβλάστησεν όμως και δένδρον έγινε ευθαλέστατον. Αλλ’ ουδέ η τόση πολυκαιρία έβλαψε το τοιούτον θαύμα. Λέγουσι γαρ ότι και έως της σήμερον και ο ποταμός συστέλλεται και δεν τρέχει εις τα έμπροσθεν, και το δένδρον (ήτοι η ράβδος του Αγίου) διαμένει εις τόσους χρόνους. Και εκ των δύω ομού κηρύττεται η του Χριστού δύναμις δια του δούλου του Γρηγορίου.
Ούτος ο Άγιος απέδειξε τη αληθεία και δια του έργου νεκρόν, τον Εβραίον εκείνον, ο οποίος υπεκρίθη πως είναι νεκρός, δια να περιγελάση τον Άγιον. Ούτος ιστάμενος εις το βουνόν και προσευχόμενος, εφάνη εις τους τούτον ζητούντας, ότι ήτον δένδρον. Ούτος και πείναν έφερεν εις τους απίστους. Αφ’ ου δε αυτοί επίστευσαν εις τον Χριστόν, ηλευθέρωσεν αυτούς από την πείναν και θάνατον. Όταν δε έμελλε να απέλθη προς Κύριον, πολλά ευχαρίστησε τον Θεόν, διατί, την πόλιν αυτού Νεοκαισάρειαν πολυάνθρωπον ούσαν και γεμάτην από ασεβείς και απίστους, αφήκεν αυτήν ολιγάνθρωπον. Όσους γαρ ολίγους Χριστιανούς ευρήκεν εις αυτήν, όταν έγινεν Αρχιερεύς, τόσους εκ του εναντίου ολίγους ασεβείς αφήκεν εις αυτήν, όταν ετελεύτησεν. (Τον κατά πλάτος Βίον του Αγίου όρα εις τον Παράδεισον (2).)
(1) Έχει δε η διδασκαλία αύτη επί λέξεως ταύτα, καθώς τα αναφέρει ο θείος Νύσσης Γρηγόριος εις τον κατά πλάτος Βίον του Αγίου· «Εις Θεός Πατήρ Λόγου ζώντος, Σοφίας υφεστώσης και Δυνάμεως, και χαρακτήρος αϊδίου. Τέλειος τελείου Γεννήτωρ. Πατήρ υιού Μονογενούς. Εις Κύριος, μόνος εκ μόνου, Θεός εκ Θεού, χαρακτήρ και Εικών της Θεότητος. Λόγος εναργής. Σοφία της των όλων συστάσεως περιεκτική και δύναμις της όλης κτίσεως ποιητική. Υιός αληθινός αληθινού Πατρός. Αόρατος, αοράτου. Άφθαρτος, αφθάρτου. Αθάνατος, αθανάτου. Αΐδιος, αϊδίου. Εν Πνεύμα Άγιον εκ Θεού την ύπαρξιν έχον, και δι’ Υιού πεφηνός, δηλαδή τοις ανθρώποις. Εικών του Υιού τελείου τελεία. Ζωή ζώντων αιτία. Πηγή αγία αγιότητος, αγιασμού χορηγός. Εν ω φανερούται Θεός ο Πατήρ ο επί πάντων και εν πάσι. Και Θεός ο Υιός ο δια πάντων. Τριας τελεία, δόξη, αϊδιότητι και βασιλεία μη μεριζομένη μηδέ απαλλοτριουμένη. Ούτε ουν κτιστόν τι, ή δούλον εν τη Τριάδι, ούτε επείσακτον, ως πρότερον μεν ουχ’ υπάρχον, ύστερον δε επεισελθόν. Ούτε ουν ενέλιπέν ποτε Υιός Πατρί, ούτε Υιώ το Πνεύμα. Ούτε ηυξήθη Μονάς εις δυάδα, και δυάς εις Τριάδα. Αλλ’ άτρεπτος και αναλλοίωτος η αυτή Τριας αεί».
(2) Σημείωσαι, ότι τον κατά πλάτος Βίον του Αγίου τούτου, συνέγραψε μεν ελληνιστί ο θείος Νύσσης Γρηγόριος, ου η αρχή· «Ο μεν σκοπός εις εστι του τε ημετέρου λόγου», μετέφρασε δε εις το απλούν ο μακαρίτης Αγάπιος. Και τούτο δε σημείωσαι, ότι ο Άγιος ούτος ήτον σύγχρονος με τον Άγιον Διονύσιον τον Αλεξανδρείας, ει και ολίγον ύστερον εκείνου. Εχρημάτισε δε και μαθητής του Ωριγένους κατά τον Νύσσης Γρηγόριον. Ήτον δε παρών και εις την εν Αντιοχεία κατά Παύλου του Σαμοσατέως συγκροτηθείσαν Σύνοδον μετά Φιρμιλιανού του Καισαρείας, ως λέγει ο Ευσέβιος, βιβλ. ζ’, κεφ. κη’, και ο Ζωναράς και Βαλσαμών. Ο δε Μέγας Βασίλειος, λέγει περί αυτού εν τη προς κληρικούς Νεοκαισαρείας επιστολή, ότι ο Γρηγόριος ούτος, δεν εσκέπαζε την κεφαλήν του όταν επροσηύχετο, γνήσιος μαθητής υπάρχων Παύλου του Αποστόλου. Ότι έφευγε τους όρκους, αρκούμενος εις το, ναι και το, ου. Ότι κανένα δεν ωνόμαζε μωρόν, ότι λοιδορίαν εμίσει. Και άλλα πολλά λέγει εκείσε περί αυτού. Εν δε τω κεφ. των περί του Αγίου Πνεύματος λέγει δι’ αυτόν· «Γρηγόριον δε και τας εκείνου φωνάς πού θήσομεν; άρ’ ουχί μετά των Αποστόλων και Προφητών; άνδρα τω αυτώ Πνεύματι εκείνοις περιπατήσαντα; και τοις των Αγίων ίχνεσι δια παντός του βίου στοιχήσαντα; και της ευαγγελικής πολιτείας το ακριβές δια πάσης αυτού της ζωής κατορθώσαντα; ος τη υπερβολή των εν αυτώ χαρισμάτων, των ενεργουμένων υπό του Πνεύματος εν πάση δυνάμει και σημείοις και τέρασι, δεύτερος Μωσής παρ’ αυτών των εχθρών της αληθείας προσηγόρευτο». Εις τούτον αποδίδεται και η εις τον Εκκλησιαστήν ερμηνεία. Και ουχί εις τον θεολόγον Γρηγόριον. Όρα και τους δώδεκα Κανόνας τούτου εν τω ημετέρω Πηδαλίω.
(www.koinoniaorthodoxias.org)