30 Ιουλίου 2026

mpaladoros.com

Αθλητικά και Κοινωνικοπολιτικά Νέα

Των Αγίων Αβδιού του Προφήτου, Βαρλαάμ του Μάρτυρος, Άζη του Μάρτυρος, Ηλιοδώρου του Μάρτυρος κ.α.

Τω αυτώ μηνί ΙΘ’, μνήμη του Αγίου Προφήτου Αβδιού.

Έφησεν αν τι μέλλον Αβδιού πάλιν,
Ει μη τελευτήν είχεν αιδείσθαι τάχα.

Εννεακαιδεκάτη βίον Αβδιού εξεπέρησεν.

Ούτος ερμηνεύεται εις την ελληνικήν γλώσσαν, δούλος Κυρίου, ή εξομολογούμενος. Εκατάγετο δε από την Συχέμ, εκ του αγρού Βαθαχαράμ, ων προ της Χριστού γεννήσεως χρόνους ω’ [800]. Εδούλευε δε πρότερον ούτος εις τον βασιλέα της Σαμαρείας Αχαάβ, και έπειτα εις τον βασιλέα Οχοζίαν, όταν απέστειλεν Οχοζίας προς τον ένδοξον και μέγαν Προφήτην Ηλίαν τους δύω πεντηκοντάρχους, δια να ειπούν εις αυτόν να καταβή από το βουνόν, και να υπάγη εις τον βασιλέα. Οίτινες δια προσευχής του Προφήτου κατεκάησαν μαζί με τους εκατόν ανθρώπους των, επειδή και έπεσε φωτία από τον ουρανόν και κατέκαυσεν αυτούς. Τρίτον δε πεντηκόνταρχον απέστειλε τούτον τον Προφήτην Αβδιού ο ίδιος Οχοζίας, δια να προσκαλέση τον Ηλίαν και να τον φέρη εις τον βασιλέα. Τον οποίον τούτον Αβδιού λυπηθείς ο Ηλίας, δεν εκατέκαυσεν, επειδή και επήγε μετά ταπεινώσεως προς αυτόν. Και πεσών εις τους πόδας του, παρεκάλεσεν αυτόν να μη τον κατακαύση, αλλά να καταβή και να υπάγη εις τον βασιλέα. Ο και εποίησεν ο του Θεού Προφήτης καθώς τούτο αναφέρεται εν τω πρώτω κεφαλαίω της τετάρτης των Βασιλειών. Από τότε δε και ύστερα, παραιτήσας τον βασιλέα και την δούλευσιν αυτού, ηκολούθει εις τον Ηλίαν και υπηρέτει αυτόν. Και γενόμενος μαθητής του, επροφήτευσε πολλά. Ύστερον δε αποθανών, ετάφη εις τον τάφον των πατέρων του (1).

(1) Περί του Αβδιού τούτου αναφέρει και ταύτα η θεία Γραφή· «Κύριος εκάλεσεν Αχαάβ τον Αβδιού τον οικονόμον. Και Αβδιού ην φοβούμενος τον Κύριον σφόδρα. Και εγένετο εν τω τύπτειν την Ιεζάβελ τους προφήτας Κυρίου, και έλαβεν Αβδιού εκατόν άνδρας προφήτας, και κατέκρυψεν αυτούς κατά πεντήκοντα εν σπηλαίω, και διέτρεφεν αυτούς, εν άρτω και ύδατι» (Γ’ Βασιλ. ιη’, 34). Ο μεν ουν Άγιος Επιφάνιος και ο Ιεροσολύμων Ιωάννης υπέλαβον, ότι ούτος ήτον ο τρίτος πεντηκόνταρχος του μετά τον Αχαάβ Οχοζίου. Απαρέσκεται δε εις την γνώμην ταύτην Αλέξανδρος ο Μαυροκορδάτος εις τα Ιουδαϊκά (σελ. σκε’) λέγων, ότι η αξία του οικονόμου, την οποίαν είχεν ο Αβδιού εις τον Αχαάβ, ήτον ανωτέρα από την του πεντηκοντάρχου. Όθεν αυτός νομίζει, ότι μετά τον θάνατον του Αχαάβ, δεν έγινεν πεντηκόνταρχος ο Αβδιού, αλλά χαίρειν ειπών τη βασιλική αυλή, ανεχώρησε και εσχόλαζε σπουδαιότερον εις την προφητικήν ζωήν. Όθεν και προφητικόν λόγον συνέγραψεν, ο οποίος συναριθμείται μετά των βιβλίων των Προφητών εν τη Παλαιά Γραφή. Σημείωσαι, ότι τον Προφήτην τούτον Αβδιού, Ωβεδίαν ο Ιώσηπος ονομάζει. Λέγει δε και ο Κλήμης ο Κανόνικος εν τη Ανασκευή, ότι η του Αβδιού προφητεία σύντομος ούσα, δεν διαιρείται εις κεφάλαια. Και ότι ο Αβδιού ήκμασεν ευθύς μετά τον Αμώς και έγραψε την προφητείαν του επί της βασιλείας Άχαζ. Και ότι αι απειλαί αυτού, αίτινες επληρώθησαν όταν ο Ναβουχοδονόσορ υπέταξε πάσαν την κοίλην Συρίαν, αύται λέγω αυτολεξεί ευρίσκονται εν τω μθ’ κεφαλαίω του Ιερεμίου. Τούτο δε δείκνυσιν, ότι είχεν αυτάς ο Ιερεμίας προ οφθαλμών, όταν έγραφε το κεφάλαιον εκείνο.

*

Άγιος Βαρλαάμ

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Βαρλαάμ.

Συν λιβανωτώ Βαρλαάμ το πυρ φέρων,
Εύοσμον ώφθης λιβανωτόν Κυρίω.

Ούτος ο Άγιος Μάρτυς Βαρλαάμ ήτον από την Αντιόχειαν της Συρίας. Γέρων δε ώντας κατά την ηλικίαν, επειδή ωμολόγει τον Χριστόν, επαραστάθη εις τον άρχοντα της Αντιοχείας, και μη καταπεισθείς να θυσιάση εις τα είδωλα, εδάρθη με βούνευρα. Έπειτα εξερρίζωσαν τους όνυχάς του. Προσφερθείς δε εις ένα βωμόν των ειδώλων, επροστάχθη να απλώση βιαίως το δεξιόν χέρι του. Επάνω δε εις το χέρι του έβαλαν κάρβουνα αναμμένα και θυμίαμα. Ενόμισε γαρ ο άρχων, ότι, αν δεν υπομείνη, αλλά ρίψη τα κάρβουνα με το λιβάνι επάνω εις τον βωμόν των ειδώλων, με τούτο θέλει φανή, ότι επρόσφερε θυσίαν εις τα είδωλα. Όθεν ο του Χριστού αθλητής με ανδρίαν μεγάλην εστέκετο άτρεπτος και ακλόνητος, χωρίς να κινήση το δεξιόν χέρι του. Το οποίον αληθώς εφάνη δυνατώτερον από το χάλκωμα και από το σίδηρον. Έως οπού η φωτία καταφαγούσα την σάρκα της δεξιάς του χειρός, και ταύτην τρυπήσασα, έπεσε μόνη κατά γης. Επροτίμησε γαρ ο γενναίος της αληθείας αγωνιστής με ανδρείον και στερεόν φρόνημα, ότι κάλλιον να κατακαή το χέρι του, παρά να σαλεύση αυτό ολότελα, και εκ τούτου να φανή εις τους απίστους, ότι επρόσφερε λιβάνι και θυσίαν εις τους δαίμονας. Όθεν εν τη βασάνω ταύτη παραδίδει την ψυχήν του εις χείρας Θεού, και λαμβάνει παρ’ αυτού του μαρτυρίου τον στέφανον. Τούτον τον γενναίον αθλητήν ετίμησαν με ρητορικά εγκώμια, τόσον ο Μέγας Βασίλειος, ου η αρχή· «Πρότερον μεν των Αγίων οι θάνατοι», όσον και ο θείος Χρυσόστομος, ου η αρχή· «Συνεκάλεσεν ημάς εις την ιεράν ταύτην εορτήν», τα οποία σώζονται εν τοις εκδεδομένοις.

*

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Άζη του Θαυματουργού.

Διψητική τις ως έλαφος εις ύδωρ,
Άζης ο Μάρτυς έτρεχε προς το ξίφος.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σπθ’ [289], καταγόμενος από την χώραν των Ισαύρων, στρατιώτης κατά το επιτήδευμα. Αφήσας δε την στρατιωτικήν ζωήν, εδιάτριβεν εις τας ερήμους, εις τας οποίας ευρισκόμενος, εποίει πολλάς ιατρείας και θαύματα. Από δε μερικούς κυνηγούς εφανερώθη. Όθεν παρασταθείς εις τον Διοκλητιανόν, και την πίστιν του Χριστού ομολογήσας, παρεδόθη εις τον έπαρχον Ακυλίνον, ομού με τους εκατόν πενήντα στρατιώτας. Οίτινες αποσταλέντες δια να πιάσουν τον Άγιον, επίστευσαν και αυτοί εις τον Χριστόν, επειδή ο Άγιος εθαυματούργησεν εις τον δρόμον. Εις καιρόν γαρ οπού οι στρατιώται ήτον διψασμένοι, εύγαλεν ύδωρ και τους επότισεν. Ο έπαρχος λοιπόν πέρνωντας τους Αγίους εις τας χείρας του, επήγεν εις ένα τόπον. Και επαίδευσε τον Άγιον Άζην, με πολλάς πληγάς και τιμωρίας, τάχα δια να ιδούν οι επίλοιποι και να φοβηθούν. Έπειτα εκρέμασεν αυτόν εις ένα τροχόν, και υποκάτω άναψεν μίαν πυρκαϊάν. Επειδή δε η φλόγα έσβυσε και ο Άγιος έμεινεν αβλαβής, δια τούτο η γυνή του επάρχου και η θυγάτηρ του επίστευσαν εις τον Χριστόν. Τότε ο έπαρχος επρόσταξε, πρώτον μεν να αποκεφαλισθούν οι εκατόν πεντήκοντα στρατιώται, και η γυναίκα και θυγατέρα του. Ύστερον δε, επρόσταξε να δείρουν τον Άγιον δυνατά, και να αποκεφαλίσουν και αυτόν. Και ούτως οι μακάριοι του Χριστού αθληταί έλαβον πάντες τους αμαράντους στεφάνους του μαρτυρίου.

*

Οι Άγιοι εκατόν πεντήκοντα στρατιώται, οι δια του Αγίου Άζη πιστεύσαντες τω Χριστώ, ξίφει τελειούνται.

Τετμημένας τρεις Χριστέ πεντηκοντάδας,
Τριττή στεφών γέραιρε πεντηκοντάδι.

*

Οι Άγιοι δώδεκα στρατιώται ξίφει τελειούνται.

Στρατεύομαί σοι σήμερον δια ξίφους,
Τω Παμβασιλεί δωδεκάς στρατού λέγει.

*

Αι Άγιαι, η τε Γυνή και Θυγάτηρ του επάρχου, ξίφει τελειούνται.

Λιπούσα Γυνή Ακυλίνον Θυγάτηρ,
Τον Χριστόν εύρον νυμφίον δια ξίφους.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Αγάπιος, θηρίοις σπαραχθείς, τελειούται.

Καν εσπαράχθην Αγάπιος θηρίοις,
Την πίστιν ασάλευτός ειμί σοι Λόγε.

*

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ηλιοδώρου του εν Μαγιδώ της Παμφυλίας.

Ηλιόδωρος Χριστόν Ήλιον βλέπων,
Ανώτερος πέφηνε βασάνων σκότους.

Κατά τους χρόνους του βασιλέως Αυρηλιανού, ηγεμονεύοντος εν τη πόλει Μαγιδώ εν έτει σοβ’ [272], τότε ο μακάριος ούτος Ηλιόδωρος ευρισκόμενος εις την αυτήν πόλιν, και τον Χριστόν μετά παρρησίας κηρύττων, εδιαβάλθη εις τον ηγεμόνα. Παρασταθείς λοιπόν εις αυτόν, και ακούσας πολλάς κολακείας, επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, κρεμάται και ξέεται, και με λαμπάδας αναμμένας κατακαίεται. Επειδή δε η δριμύτης των βασάνων επέρασεν εις την καρδίαν του Αγίου, δια τούτο, Κύριε Ιησού Χριστέ βοήθει μοι, έλεγεν. Όθεν παρευθύς ήλθε φωνή από τον Ουρανόν λέγουσα, μη φοβού, διότι εγώ με εσένα είμαι. Ταύτην δε την φωνήν ακούσαντες εκείνοι, οπού εκράτουν τας λαμπάδας, προς τούτοις δε, βλέποντες και τέσσαρας Αγγέλους, οίτινες εμπόδιζον αυτούς από το να παιδεύουν τον Άγιον: τούτου χάριν επίστευσαν εις τον Κύριον, και τον ηγεμόνα ήλεγξαν και κατήσχυναν. Δια τούτο ριφθέντες εις την θάλασσαν, έλαβον παρά Κυρίου τους στεφάνους του μαρτυρίου.

Τότε προστάζει ο ηγεμών να καή ένα χάλκινον βόδι, και μέσα εις αυτό να βαλθή ο του Χριστού Μάρτυς. Όταν λοιπόν εβάλθη εις αυτό και επροσευχήθη ο Άγιος, ω του θαύματος! το σπινθηροβολούν βόδι, ευθύς έγινε ψυχρόν και ο Μάρτυς έψαλλεν από μέσα. Ακούσας δε ο ηγεμών να ψάλλη ο Άγιος, εξέστη. Και πλησιάσας κοντά εις αυτό, και γνωρίσας ότι το προ ολίγου άκρως καέν, αιφνιδίως μετεβλήθη εις άκραν ψυχρότητα, λέγει προς τον Άγιον. Ανοσία κεφαλή, αι μαγείαί σου και αυτήν την φωτίαν ενίκησαν. Ο Άγιος απεκρίθη. Αι μαγείαί μου είναι ο Χριστός μου. Όμως δος μοι διορίαν τριών ημερών, δια να στοχασθώ τι πρέπει να κάμω. Λαβών ουν διορίαν, εμβήκε κρυφίως μέσα εις τον ναόν τον καλούμενον Πάνθεον. Επειδή και εκεί ήτον πάντα τα είδωλα των θεών. Προσευχηθείς δε εις τούτον ο Άγιος, ευθύς έγινε σεισμός. Από δε τον σεισμόν έπεσαν κάτω όλα τα είδωλα και εσυντρίφθησαν. Τούτο μαθών ο ηγεμών, επαράστησε τον Μάρτυρα εις το κριτήριόν του. Και γεμίσας από θυμόν, επρόσταξε να κρεμασθή ο Άγιος, και να βαλθούν εις την κεφαλήν του καρφία πυρωμένα. Επειδή δε αισθάνετο τον δριμύν αυτόν πόνον ο του Χριστού αθλητής, πάλιν επεκαλέσθη τον Θεόν εις βοήθειαν, και δια της επικλήσεως ελαφρόνεται από τον υπερβολικόν πόνον. Βλέπωντας δε ο ηγεμών, ότι ο Άγιος δεν νικάται από τας βασάνους, προστάζει να υπάγουν αυτόν δεδεμένον με βαρείας αλύσεις εις την πόλιν των Αταλέων. Αφ’ ου δε επήγεν εκεί ο Άγιος, πάλιν γυρίζει αυτόν οπίσω ο ηγεμών, και πάλιν αυτόν παρασταίνει εις το εδικόν του κριτήριον.

Πολλά δε διαλεχθείς με αυτόν, δια να θυσιάση εις τα είδωλα, επειδή είδεν αυτόν αμετάθετον, προστάζει να βαλθούν εις τας τέσσαρας τρύπας του βασανιστικού ξύλου αι χείρες και οι πόδες του Μάρτυρος. Έπειτα πυρώσας δυνατά ένα τηγάνι, μέσα εις αυτό έβαλε τον Μάρτυρα. Ο δε Άγιος εις το μέσον του τηγανίου στεκόμενος, επροσεύχετο. Και όχι μόνον τούτο, αλλά επαρακίνει και τους περιεστώτας να έμβουν εις το τηγάνι, πληροφορών αυτούς, ότι θέλουν μείνουν αβλαβείς από την φωτίαν. Δια τούτο επίστευσαν εις τα λόγιά του και εμβήκαν πολλοί από εκείνους. Οίτινες επειδή δεν εβλάβησαν, καθώς ο Άγιος έλεγεν, επίστευσαν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν λέγοντες. Αληθώς, μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών. Ταύτα δε ως είδεν ο ηγεμών, εφοβήθη, μήπως οι πιστεύσαντες αρπάσωσι τον Άγιον από τας χείρας του. Όθεν επρόσταξε να υπάγωσι πάλιν τον Μάρτυρα εις την Μαγιδώ. Όστις πηγαίνωντας επροσεύχετο εις τον δρόμον, και έψαλλε. Φθάσας δε εις την πόλιν, επαραστάθη πάλιν εις ερώτησιν. Και επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, επρόσταξεν ο ηγεμών Αώτιος να κοπή η γλώσσα του Μάρτυρος. Έπειτα να κρεμασθή, και με ξυλίνην σπάθην να δέρνεται δύω ώρας ολοκλήρους. Μετά ταύτα, έβαλον χαλινάρι εις τον Μάρτυρα και τον ετράβιζαν ωσάν ζώον άλογον έξω της πόλεως δια να τον θανατώσουν. Ο δε Άγιος ένευσε με το χέρι του εις εκείνους, οπού τον ετράβιζον, δια να δώσουν καιρόν εις αυτόν να προσευχηθή. Όθεν εστάθη εις προσευχήν, και αφ’ ου ταύτην ετελείωσεν απεκεφαλίσθη. Και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον.

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ανθίμου, Θαλλελαίου, Χριστοφόρου, Ευφημίας, και των τέκνων αυτών, και του Αγίου Παγχαρίου.

Δέχου αθλητάς πέντε Χριστέ και δίδου,
Πέντε στεφάνους, ως έπαθλα τοις άθλοις.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

(https://www.koinoniaorthodoxias.org)

About Author

Μοιραστείτε το: