Των Αγίων Αποστόλων Προχόρου, Νικάνορος, Τίμωνος και Παρμενά, Ακακίου, Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, Παύλου Ξηροποταμινού κ.ά.

Τω αυτώ μηνί ΚΗ’, των Αγίων Αποστόλων και Διακόνων Προχόρου, Νικάνορος, Τίμωνος, και Παρμενά.
Εις τον Πρόχορον.
Μίμημα ο Πρόχορος επιστηθίου,
Ώφθη αληθώς. Εύγε της προθυμίας!
Εις τον Νικάνορα.
Το δίκτυόν σου Νικάνωρ Θεού Λόγω,
Πολλούς αγρεύσαν ερρύη τέλει βίου.
Εις τον Τίμωνα.
Τιμώ σε Τίμων ως Αποστόλων ένα,
Ως Μαρτύρων τε των κεκαυμένων ένα.
Εις τον Παρμενάν.
Έχει σε τύμβος, αλλά μέχρι σαρκίου,
Ψυχή γαρ η ση Παρμενά μετ’ Αγγέλων.
Εις τους τέσσαρας ομού.
Τετράς μαθητών του θεανθρώπου Λόγου,
Τριάδα σεπτήν πάσι κηρύττει λόγω.
Εικάδι ογδοάτη μυστών συνελήλυθε τετράς.
Ούτοι οι Άγιοι Απόστολοι εστάθησαν μαθηταί των Δώδεκα Αποστόλων, και εσυναριθμούντο με τους Εβδομήκοντα (1), όντες συνδιάκονοι μαζί με τον Πρωτομάρτυρα και αρχιδιάκονον Στέφανον, περί των οποίων γράφει ο ιερός Λουκάς εις τας Πράξεις των Αποστόλων, λέγων· «Και εξελέξαντο (οι Δώδεκα Απόστολοι δηλαδή) Στέφανον άνδρα πλήρη πίστεως και Πνεύματος Αγίου, και Φίλιππον, και Πρόχορον, και Νικάνορα, και Τίμωνα, και Παρμενάν» (Πραξ. ς’, 5). Αφ’ ου δε έπαυσαν από το να διακονούν θεαρέστως και με τρόπον ακατηγόρητον εις τας τραπέζας των χηρών και των πτωχών εν Ιερουσαλήμ, τότε, ο μεν Πρόχορος, επεριπάτει εις το κήρυγμα του Ευαγγελίου μαζί με τον επιστήθιον και Θεολόγον Ιωάννην, συγκοπιάζων με αυτόν εις την συγγραφήν του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, και συγκοινωνός γενόμενος των πειρασμών και θλίψεων του διδασκάλου του. Αφ’ ου δε μετεστάθη ο μέγας Ιωάννης, τότε έγινεν Επίσκοπος Νικομηδείας. Όθεν έφερεν εις καλλιτέραν κατάστασιν όλους τους εκείσε ευρισκομένους ανθρώπους με τον λόγον του, διδάσκωντας αυτούς, να μη υποδουλόνουσι το κρείττον εις το χείρον, ήτοι την ψυχήν εις το σώμα και εις τα πάθη του σώματος. Αλλά όλον το εναντίον, να υποτάσσουν το σώμα και τα τούτου πάθη, εις την ψυχήν και εις τον ορθόν λόγον και την διάκρισιν. Και έτζι νομοθετών, ετελείωσεν ο αοίδιμος την ζωήν του.
Ο δε Άγιος Νικάνωρ παρέδωκε την ψυχήν του εις τον Θεόν, κατ’ εκείνην την ιδίαν ημέραν, κατά την οποίαν ελιθοβολήθη ο Άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος. Έπρεπε γαρ ο συνδιάκονος Νικάνωρ, να αποθάνη μαζί με τον αρχιδιάκονον Στέφανον. Και ούτοι οι δύω, οπού είχον όμοια τα φρονήματα, έπρεπε να λάβουν ακολούθως και τα τέλη κατά την αυτήν ημέραν. Ο δε Άγιος Παρμενάς διακονών και υπηρετών θεοφιλώς εις τας χρείας των Αγίων, εστάθη ευάρεστος και εις τον Χριστόν, και εις τους Δώδεκα μαθητάς του Χριστού. Ασθενήσας δε έπειτα, έμπροσθεν των Αγίων Αποστόλων παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Εκηδεύθη δε από αυτούς τους Αποστόλους, και εθρηνήθη συμμέτρως από αυτούς. Ο δε Άγιος Απόστολος Τίμων εδιακονούσε και αυτός εις τας χρείας των Αγίων μαζί με τον Πρωτόαθλον και αρχιδιάκονον Στέφανον. Έπειτα εχειροτονήθη από τους Αγίους Αποστόλους Επίσκοπος εις την Βόστραν, την ευρισκομένην εις την Αραβίαν. Εκεί δε πηγαίνωντας, ηγωνίσθη υπερβολικά ο μακάριος, και πολλούς απίστους έφερεν εις την πίστιν, και με τον Χριστόν αυτούς οικειοποίησεν. Όθεν πρώτον μεν, εδάρθη πολλά από τους εκεί απίστους και Έλληνας. Έπειτα δε, με φωτίαν κατακαείς, απήλθε προς Κύριον.
(1) Διατί ούτοι εσυναριθμούντο και ελέγοντο Εβδομήκοντα, όρα εις την υποσημείωσιν της Συνάξεως των Εβδομήκοντα Αποστόλων κατά την τετάρτην του Ιαννουαρίου.
*
Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ευσταθίου του εν Αγκύρα.
Ρυσθείς ποταμού παμμάκαρ παρ’ Αγγέλου,
Ταις χερσί του σώσαντος εκπνείς Αγγέλου.
Ούτος ήτον στρατιώτης, φερθείς δε έμπροσθεν του ηγεμόνος της Αγκύρας Κορνηλίου ονομαζομένου, ερωτήθη από αυτόν, και ομολογήσας παρρησία την ένδοξον οικονομίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εδάρθη δυνατά. Έπειτα ετρύπησαν τους αστραγάλους του, και δέσαντες αυτούς με σχοινία, ετράβιζαν αυτόν από την πόλιν της Αγκύρας, έως εις τον ποταμόν Σάγαριν. Ηκολούθει δε οπίσω ο ηγεμών και έβλεπεν. Εκεί δε έβαλον τον Άγιον μέσα εις ένα σεντούκι, και έρριψαν αυτόν εις τον ποταμόν. Άγγελος δε Κυρίου επιστάς, εύγαλε το σεντούκι εις την στερεάν. Όθεν ευρέθη ο Άγιος εις αυτό αβλαβής, ψάλλων το «Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου, εν σκέπη του Θεού του Ουρανού αυλισθήσεται». Τούτο δε μανθάνωντας ο ηγεμών εντροπιάσθη. Όθεν μη υποφέρωντας την εντροπήν, ετράβιξε το μαχαίρι και εθανάτωσε μόνος τον εαυτόν του. Ο δε Μάρτυς προσευχηθείς, εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια δια μέσου μιας περιστεράς, η οποία επέμφθη εις αυτόν από τους ουρανούς. Όθεν ευχαριστήσας τω Θεώ, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας του Αγγέλου, οπού τον ελύτρωσεν από τον ποταμόν, και ούτως έλαβεν ο μακάριος τον αμάραντον στέφανον της αθλήσεως. Το δε άγιον αυτού λείψανον ενταφιάσθη μέσα εις την πόλιν της Αγκύρας.