29 Απριλίου 2026

mpaladoros.com

Αθλητικά και Κοινωνικοπολιτικά Νέα

Με λαμπρότητα πραγματοποιήθηκε για άλλη μια φορά η εκδήλωση τιμής και μνήμης για το Σταύρο Καλλέργη

Ομιλία Δρ. Σταύρου Παναγιωτίδη, Ιστορικού και Συγγραφέα Σταύρος Καλλέργης
Ευχαριστώ το Διοικητικό Συμβούλιο της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Ένωσης Μυλοποταμιτών για την
πρόσκληση και για την ευκαιρία να μιλήσουμε για τον Σταύρο Καλλέργη και κάποιες πτυχές της
ζωής του που σήμερα μπορούν να εξάπτουν το ενδιαφέρον. Και αυτό είναι το σημείο από το οποίο
ξεκινάει ένας προβληματισμός που πρέπει πάντα να μας συνοδεύει όταν πιάνουμε να μιλήσουμε
για ένα πρόσωπο σε μία τέτοια εκδήλωση τιμής. Γιατί μιλάμε για αυτόν; Πέρα από το τοπικό
ενδιαφέρον, από την αγάπη της ιδιαίτερης πατρίδας του για αυτόν, εμείς οι υπόλοιποι, τι λόγο
έχουμε να ασχολούμαστε;
Μιλώντας για τον Σταύρο Καλλέργη, μιλάμε για μια εποχή. Στον 19 ο αιώνα, η ανάπτυξη του
καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη αντί να μειώσει είχε αυξήσει τις ανισότητες. Πολύ χαμηλοί
μισθοί, μέχρι και 15 ώρες εργασίας, άθλιες συνθήκες υγιεινής των εργατικών στρωμάτων που από
την ύπαιθρο στριμώχνονταν σε ακατάλληλες γειτονιές του Λονδίνου και των Παρισίων, μεγάλη
παιδική θνησιμότητα. Σε αυτές τις συνθήκες γεννήθηκαν οι ιδέες και οι πρακτικές του σοσιαλισμού.
Στην αρχή, όχι τόσο πολύ ως μια λεπτομερής κριτική προς τον καπιταλισμό, όσο ως μια προσπάθεια
να κατασκευαστούν μοντέλα και εγχειρήματα, μικρά κοινωνικά πειράματα μέσα από τα οποία οι
άνθρωποι θα μπορούσαν να ζήσουν αλλιώς. Σχεδίαζαν, λοιπόν, μικρές αυτοδιοικούμενες
κοινότητες με βάση την συμβίωση, την κοινοκτημοσύνη, την ανταλλαγή αγαθών χωρίς τη
μεσολάβηση του χρήματος. Ο Σαρλ Φουριέ, ο Ετιέν Καμπέ, ο Ρόμπερτ Όουεν. Αυτός ο χώρος που
έμεινε γνωστός ως «ουτοπικός σοσιαλισμός». Το 1848 ήταν πια η ώρα να κυκλοφορήσει το
Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ενώ, όπως έλεγε στην αρχή του, το φάντασμα του κομμουνισμού ήδη
πλανιόταν πάνω από την Ευρώπη. Δηλαδή, όταν ήδη το εργατικό κίνημα είχε αρχίσει να
συγκροτείται και να αντιδρά. Το 1864 ήταν η στιγμή για να σχηματιστεί η Εργατική Διεθνής, η Α΄
Διεθνής, όπως έμεινε να λέγεται. Κομμουνιστές, σοσιαλιστές, αναρχικοί, ακόμη και φιλελεύθεροι,
λογιών-λογιών εργάτες και πολιτικοί υποστηρικτές τους, οργανώσεις, συνδικαλιστές, μεμονωμένα
πρόσωπα, συμμετείχαν σε αυτήν. Όλα αυτά, ένα μόλις χρόνο πριν να γεννηθεί στον Μυλοπόταμο,
το 1865, ο Σταύρος Καλλέργης. Που ήταν μόλις ενός έτους όταν έγινε η Κρητική Επανάσταση του
1866, με την ανατίναξη της Μονής Αρκαδίου. Αυτό που θα οδηγήσει την οικογένειά του να φύγει
από την Κρήτη ως πρόσφυγες και να βρεθεί στην Αθήνα, με τον πατέρα του, αγωνιστή της
Επανάστασης, να βρίσκεται, χάρη στη μεσολάβηση συγγενούς της οικογένειας, τιμητικά
προσληφθείς στο Παλάτι, υπό τον δεύτερο βασιλιά της Ελλάδας, Γεώργιο Α΄.

Συνηθίζουμε να λέμε πως στην Ελλάδα όλα έρχονται με μία καθυστέρηση. Ασφαλώς, αυτό δεν
ισχύει μόνο για την χώρα μας, άλλο που έχουμε μάθει να απολαμβάνουμε την ομφαλοσκόπησή
μας και καταλήγουμε να τα βλέπουμε όλα, θετικά και αρνητικά, ως εθνικές μας ιδιαιτερότητες.
Πράγματι το σοσιαλιστικό ρεύμα στην Ελλάδα αναπτύχθηκε σε δεύτερο χρόνο. Λογικό, αφού σε
δεύτερο χρόνο αναπτύχθηκε και ο καπιταλισμός. Κανένα μυστήριο, λοιπόν. Όταν αυτό συνέβη, ο
Καλλέργης ήταν από τους πρώτους που έπιασαν τα νήματα των καινούριων καιρών. Στα χρόνια του
πανεπιστημίου γνωρίστηκε με δύο πρόσωπα που μαζί του θα άνοιγαν τον δρόμο για τον κοινωνικό
ριζοσπαστισμό. Τον αρκετά μεγαλύτερό του Ρόκο Χοϊδά, έναν νομικό που είχε παραιτηθεί από τη
θέση του εισαγγελέα εφετών για να μπορεί να διατυπώνει ελεύθερα τις απόψεις του, βουλευτή
που έφτασε ακόμη και να μονομαχήσει με άλλο βουλευτή ο οποίος εξύβρισε τον λαό που είχε
συγκεντρωθεί στην Πλατεία Συντάγματος σε μία διαμαρτυρία, αλλά και να δεχτεί απόπειρα
δολοφονίας με οργανωτή ένα αστυνόμο. Ο Καλλέργης συνάντησε επίσης τον σχεδόν συνομήλικο
του Πλάτωνα Δρακούλη, έναν κοινωνιολόγο και δημοσιογράφο, ο οποίος είχε προκαλέσει τον φόβο
και την καταδίκη του από τον τύπο για «ανηθικότητα και αθεΐα» και που αργότερα μετέφρασε
γραπτά του αναρχικού πρίγκιπα Κροπότκιν. Ίσως όχι και τόσο τυχαία αυτές οι τρεις από τις πλέον
εξέχουσες μορφές του πρώτου ελληνικού σοσιαλισμού, είχαν καταγωγική σχέση με νησιά που τον
καιρό που γεννήθηκαν βρίσκονταν υπό ξένη κυριαρχία. Την Κρήτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
ο Καλλέργης, την Κεφαλονιά και την Ιθάκη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ο Χοϊδάς και ο
Δρακούλης. Η αίσθηση της καταπίεσης σε μία πτυχή της ζωής, μπορεί να προκαλέσει
ριζοσπαστισμό και σε μία άλλη.
Ο Καλλέργης ως νεαρός φοιτητής συμμετέχει στην οργάνωση μιας σημαντικής σπουδαστικής
διαδήλωσης, όπου μαζί με τα εκπαιδευτικά αιτήματα όπως για «Δωρεάν Παιδεία», στα πανό των
συγκεντρωμένων βρέθηκαν και λέξεις όπως «Ισότης», «Αδελφότης», και «Κοινοκτημοσύνη».
Σήμερα θα λέγαμε πως αυτή ήταν μια μάλλον μαξιμαλιστική ενέργεια. Τότε ήταν απλώς τα πρώτα
άτσαλα βήματα του σοσιαλισμού. Το 1890 έχει παρατήσει πια τις σπουδές του στην Αρχιτεκτονική,
για να αφιερωθεί πλήρως στις ανάγκες του σοσιαλιστικού ζητήματος. Γίνεται ιδρυτής του Κεντρικού
Σοσιαλιστικού Συλλόγου στην Αθήνα, του πρώτο επίσημου σοσιαλιστικού πυρήνα στην Ελλάδα.
Είναι 25 ετών. Τα μέλη του Συλλόγου είναι κάτι παραπάνω από 200, κυρίως νέοι, φοιτητές και
εργάτες. Συνδεδεμένη με τον Σύλλογο είναι η εφημερίδα Σοσιαλιστής, διά της οποίας ο Καλλέργης
και οι σύντροφοί του αναπτύσσουν ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα με αιτήματα που αργότερα έγιναν
κατακτήσεις του εργατικού κινήματος. Είναι η πρώτη φορά που επισήμως στην Ελλάδα ένας
οργανωμένος φορέας διεκδικεί 8ωρη εργασία, κατώτατο μισθό, αργία την Κυριακής. Ας σκεφτούμε
πως η ΓΣΕΕ δεν θα ιδρυόταν παρά 28 χρόνια μετά.

Θυμίζοντας την πρακτική των ουτοπικών σοσιαλιστών -που σε αντίθεση με τον Μαρξ που
διατεινόταν πως δεν είχε συνταγές για το μαγειρείο του μέλλοντος, εκείνοι προσπαθούσαν να
σκιαγραφήσουν με λεπτομέρειες την ιδανική σοσιαλιστική κοινωνία – ο Καλλέργης κάνει το ίδιο για
την Κρήτη, με το κείμενό του «Η εν Κρήτη Σοσιαλιστική Πολιτεία», το 1893, στα 28 έτη του. Σε
αυτήν οι πολίτες θα χρειαζόταν να εργάζονται μέχρι δύο ώρες τη μέρα, χάρη στην παραγωγική
δράση των μηχανών. Τα εργοστάσια θα διευθύνονταν από έναν επικεφαλής εργάτη που θα
εκλεγόταν από τους συναδέλφους του, με ίδιο μισθό με αυτούς. Οι φυλακές θα είχαν καταργηθεί,
αφού σε αυτήν την κοινωνία ισότητας όλοι θα είχαν εξασφαλίσει τα προς το ζην και άρα θα είχε
εκλείψει η αιτία της εγκληματικότητας. Για την ευρύτερη τάξη, αντί χωροφυλάκων κάποιοι εργάτες
θα λειτουργούσαν ως πολιτοφύλακες με κλήρο και θητεία μόνο ενός έτους. Παρότι ειρηνιστής ο
Καλλέργης, δήλωνε πως αυτήν την κοινωνική οργάνωση αν χρειαζόταν οι εργάτες να την
υπερασπιστούν από τους εχθρούς της, θα το έκαναν ακόμη και με τη βία. Η εμπειρία της Παρισινής
Κομμούνας του 1871 ήταν, πιθανότατα, καθοριστική για αυτό το τελευταίο.
Όμως, σε αντίθεση με τους Ουτοπικούς Σοσιαλιστές, ο Καλλέργης δεν προσπαθούσε να φτιάξει
μόνο μικρές νησίδες κοινοτισμού και κοινοκτημοσύνης που η επιτυχία τους θα έπειθε όλο τον
κόσμο να ακολουθήσει το παράδειγμά τους. Αλλά έθετε ρητώς το ζήτημα της κρατικής εξουσίας.
Υποστήριζε πως το σοσιαλιστικό πρόγραμμα του Συλλόγου θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί
«ολίγον κατ’ ολίγον», αν ένα σοσιαλιστικό κόμμα κέρδιζε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, σε
συνδυασμό όμως με τους συνδικαλιστικούς εργατικούς αγώνες και την σοσιαλιστική
διαπαιδαγώγηση του κόσμου με βιβλία και εφημερίδες. Επομένως, μπορούμε να πούμε, πως ο
Καλλέργης δεν ήταν ακριβώς ένας ουτοπικός σοσιαλιστής. Ήταν ένας σοσιαλιστής της δικής του
εποχής και της δικής του κοινωνίας. Που επέμενε πως έπρεπε “ο καταβάλλων κατά τας δυνάμεις
του ν’ απολαμβάνη κατά τας ανάγκας του”, όπως δεν είπε, βεβαίως, πρώτος ο Μαρξ, αλλά οι
ουτοπικοί σοσιαλιστές. Αλλά και που επέμενε και πως ο σοσιαλισμός απευθύνεται πρωτίστως στη
λογική του ανθρώπου, όπως υποστήριξαν πρώτοι συστηματικά ο Μαρξ και ο Ένγκελς.
Το ίδιο χρόνο, το 1893 ο Καλλέργης παίρνει την πρωτοβουλία να οργανωθεί για πρώτη φορά στην
Ελλάδα ο εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Την ημέρα εκείνη αφού μιλά στους
συγκεντρωμένους συλλέγονται περί τις 500 υπογραφές σε ένα ψήφισμα όπου διεκδικείται η
κυριακάτική αργία των καταστημάτων για να ξεκουράζονται οι εργαζόμενοι, η μείωση του χρόνου
εργασίας στο οκτάωρο και να παρέχεται σύνταξη σε όσους δεν μπορούσαν πια να εργαστούν λόγω
εργατικού ατυχήματος. Λίγο καιρό μετά και αφού το ψήφισμα έχει φτάσει να συγκεντρώσει 2.000
υπογραφές, ο Σύλλογος ζητάει να το καταθέσει στη Βουλή. Είναι 1 η Δεκεμβρίου 1893. Η συνεδρίαση
της Βουλής στην οποία ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης ανακοινώνει πως η χώρα είχε
πτωχεύσει. Αλλά αυτή η εξέλιξη δεν κάνει τον Καλλέργη να ανακρούσει πρύμναν. Δεν σκέφτεται

πως με την Ελλάδα χρεοκοπημένη δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν τα αιτήματα των εργατών
και πως θα έπρεπε να βάλουν όλοι πλάτη. Αντιθέτως, καταλαβαίνει πως την χρεοκοπία θα την
πλήρωναν οι εργάτες. Σηκώνεται από το θεωρείο όπου κάθεται και αρχίζει να φωνάζει απαιτώντας
να διαβαστεί το ψήφισμα: «Αντιπρόσωποι του ελληνικού λαού! Εδόθη σήμερον εις τον πρόεδρον
της Βουλής αναφορά υπογεγραμμένη υπό των εργατών. Διατί δεν ανεγνώσθη; Θυσιάσατε ολίγας
στιγμάς. Φροντίσατε, διότι ο σοσιαλισμός προοδεύει».
Ο σοσιαλισμός είχε μόλις μπει στη Βουλή. Έστω και από το θεωρείο. Τα γεγονότα φέρνουν την
σύλληψη και τον σκληρό ξυλοδαρμό του Καλλέργη και τον ίδιο να δηλώνει πως «Πατρίς μου είνε
όλη η Γη και αδελφοί μου πάντες οι πάσχοντες».
Στον εορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς της επόμενης χρονιάς, απαιτείται η κατάργηση της
θανατικής ποινής. Ο εχθρικός τύπος ειρωνεύεται. Οι σοσιαλιστές θέλουν να καταργηθούν οι
θανατικές εκτελέσεις, γιατί «είναι και αυτοί κακούργοι» και για αυτό ενδιαφέρονται. Στο μεταξύ, η
κυβερνητική εξουσία, θορυβημένη από τα πρώτα σπαρταρίσματα της κοινωνικής ανυπακοής -αφού
είχαν αρχίσει να δημιουργούνται κι άλλες σχετικές πρωτοβουλίες- άρχισε να αντιμετωπίζει τις
ενέργειες των σοσιαλιστών με μεγαλύτερη επιθετικότητα. Το καλοκαίρι του 1894 έρχεται ένα κύμα
συστηματικών συλλήψεων και διώξεων εναντίον τους. Είναι ένα νέο στάδιο, μια νέα
πραγματικότητα. Η κρατική καταστολή προκαλεί συζητήσεις στον σοσιαλιστικό χώρο για το πως θα
αντιμετωπιστεί. Και οι συζητήσεις φέρνουν διαφωνίες. Έτσι συμβαίνει πάντα. Όταν ο αντίπαλος
επιτίθεται, όταν παίρνει την πρωτοβουλία των κινήσεων, όταν σου βάζει την ατζέντα, τότε σε καλεί
να απαντήσεις. Κι εκεί ανοίγει πάντα η βεντάλια των απόψεων και ο κίνδυνος της διάσπασης.
Ο Καλλέργης πάλι συλλαμβάνεται, αλλά μετά από δύο μήνες προφυλάκισης στη δίκη που γίνεται
αθωώνεται. Μετά την αποφυλάκισή του φεύγει στο Παρίσι για να δει από κοντά πως διεξάγεται
εκεί η σοσιαλιστική δράση. Γνωρίζεται με επιφανή πρόσωπα του σοσιαλιστικού χώρου και της
κοινωνικής κριτικής, με εκφραστές του νέου πνεύματος, όπως ο Ζαν Ζωρές, ο Εμίλ Ζολά, ο Πιοτρ
Κροπότκιν. Αλλά όταν επιστρέφει, 14 μήνες μετά, βρίσκει το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα
αποδιοργανωμένο, τους συντρόφους του να διαφωνούν σε διάφορα ζητήματα μαζί του και το
βιοποριστικό του πρόβλημα να ζητά επιτακτικά λύση, αφού είχε ξοδέψει μεγάλο μέρος της
περιουσίας του για τις ανάγκες του αγώνα. Σε λίγο, επιστρέφει στην Κρήτη, αφού η Ιστορία δεν τον
αφήνει σε ησυχία. Εκεί, 1896 πια, έχει ξεσπάσει η νέα Κρητική Επανάσταση. Και το νησί έχει γίνει
μια ημιαυτόνομη πολιτεία, η Κρητική Πολιτεία. Ο Καλλέργης εκλέγεται πληρεξούσιος.
Οι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες της εποχής στην Κρήτη είναι έντονες. Εναντίον του γίνονται
απόπειρες δολοφονίας. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Αθήνα, να ξεκινήσει μια εμπορική
δραστηριότητα και να εκδώσει ξανά τον Σοσιαλιστή, το 1902. Αμφότερα αποτυγχάνουν. Το 1904

επιστρέφει στην Κρήτη. Ο επόμενος χρόνος, το 1905, είναι αυτός της ηττημένης σοσιαλιστικής
επανάστασης στη Ρωσία, αλλά και της Επανάστασης στο Θέρισο, όπου εμφανίζεται στον ουρανό
της ιστορίας το άστρο του Ελευθέριου Βενιζέλου. Του ίδιου ανθρώπου που μετά από πολλά χρόνια,
το 1929, θα ψήφιζε το διαβόητο Ιδιώνυμο, εναντίον της επόμενης γενιάς σοσιαλιστών στην Ελλάδα,
των κομμουνιστών. Στην Κρήτη ο Καλλέργης επιδίδεται στο εμπόριο και παύει τις επαφές με το
σοσιαλιστικό κίνημα. Κι αυτό μας δείχνει, όπως γράφει σχετικά και ο ιστορικός Κωστής Καρπόζηλος,
πόσο μικρή μπορεί καμιά φορά να γίνει η «απόσταση μεταξύ της πολιτικής στράτευσης και της
σιωπηλής ιδιώτευσης». Εκεί, στην Κρήτη θα τελειώσει και η ζωή του Καλλέργη, το 1926, έχοντας
ζήσει και την ένωσή της με την Ελλάδα.
Και μετά από αυτά που είπαμε, τι μένει για να κλείσουμε; Να απαντήσουμε στο αρχικό μας
ερώτημα. Γιατί μας ενδιαφέρει σήμερα ο Καλλέργης. Ένα μικρό δείγμα της εποχή του, το πήραμε.
Της δικής μας; Ποια είναι η εποχή μας; Έχει να μας πει κάτι για το σήμερα η περίπτωση του
Καλλέργη; Όχι ως πρότυπο, ως role model, αλλά ως γεγονός. Τι θα έλεγε ο Καλλέργης αν έβλεπε την
σημερινή κατάσταση; Αν καταλάβαινε πως το πρόβλημα σήμερα δεν είναι πρωτίστως η καταστολή
του εργατικού κινήματος αλλά η γραφειοκρατικοποίηση των δομών του; Και ότι είναι αυτή που
επιτρέπει στην νομοθετική και στην δικαστική εξουσία να βγάζει την πλειονότητα των απεργιών ως
παράνομες και καταχρηστικές; Ασφαλώς, το ερώτημα δεν απαντιέται. Η κάθε κοινωνία γεννά τους
ανθρώπους της, τους ίδιους ανθρώπους που θα την αλλάξουν. Αλλά όπως έλεγε ο Μαρξ «Οι
άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι
μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι
δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν». Τέτοιος ήταν και ο Καλλέργης, αυτά τα όρια
είχε. Τα δικά τους όρια έχουν και όσοι σήμερα προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο.
Το 1914 ο Καλλέργης σε μια διάλεξη του είχε αναφέρει πως οι σοσιαλιστές θα πρέπει να
υπερασπίζονται τα εθνικά συμφέροντα της ελληνικής φυλής. Ήταν οι μέρες του Πρώτου
Παγκοσμίου Πολέμου και το παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα διασπώνταν για τη στάση που θα
έπρεπε να κρατήσουν οι σοσιαλιστές απέναντι στον πόλεμο. Αυτό, προφανώς, καθοδήγησε στην
σκέψη του. Και ο Καλλέργης προσέθετε πως ο Μαρξ, ο Προυντόν, ο Μπακούνιν, ο Κροπότκιν, ο
Μπλανκί και άλλοι επαναστάτες «δεν μας λένε για την κοινοκτημοσύνη περισσότερα από όσα ο
Πλάτων στην Πολιτεία». Ο «κοσμοπολιτισμός», όπως λέει -ο διεθνισμός θα λέγαμε σήμερα-
παραπέμπεται στο μέλλον, ως ζήτημα μακρόχρονης εξέλιξης και το παρόν είναι ακόμη εθνικό. Μας
εκπλήσσει εδώ ο Καλλέργης; Ίσως. Αλλά η μελέτη της ιστορίας είναι η ρήξη με το αυτονόητο και η
επαφή με το απροσδόκητο. Και αυτό είναι που μας ενδιαφέρει τελικά στην ιστορία του Καλλέργη.
Το ότι δείχνει την αλλαγή. Πως η Ιστορία είναι μια αλληλουχία από συνέχειες και ρήξεις και έχει
μόνο έναν κανόνα. Ότι αλλάζει. Η Ιστορία αλλάζει. Αν κάνουμε κάτι προς το καλύτερο, αν δεν

κάνουμε κάτι προς το χειρότερο. Και είναι αυτό που μας κάνει κι εμείς καμιά φορά -όταν βλέπουμε
στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο μια σειρά, μια ταινία εποχής- να σκεφτόμαστε για εκείνους
τους καιρούς, σαν του Καλλέργη: «Πώς ζούσαν έτσι αυτοί οι άνθρωποι; Πως μπορούσαν να τα
δέχονται όλα αυτά; Πώς μπορούσε μια κοινωνία να σκέφτεται έτσι;». Ελπίζω πως και στο μέλλον
έτσι θα βλέπουν οι άνθρωποι τις μέρες που ζούμε εμείς, τώρα, στη χώρα μας. Και νομίζω πως το
ίδιο θα ήλπιζε και ο Καλλέργης.

About Author

Μοιραστείτε το: